Π. Χαράλαμπος

ΜΕ ΧΑΡΑ ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΙΜΗΣΕΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΑΣ ΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΠΑΝΗΓΥΡΗ

«ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΒΟΥΝΙΩΤΙΣΣΑΣ».

19/4 - ΚΥΡΙΑΚΗ (εσπέρας) 18:00

 Ακολουθία Εσπερινού μετά Λιτανείας.

 Θα ιερουργήσει ο Ιεροκήρυκας π. Ιωάννης Καραμούζης.

 20/4 – ΔΕΥΤΕΡΑ (ΘΩΜΑ) 7:00 

Όρθρος- Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος κ.κ. Χρυσοστόμου.

   Μετά το πέρας της πανηγύρεως, θα προσφερθεί ευλογημένο φαγητό ευγενική προσφορά της οικογένειας αντιδημάρχου

κ. Ιωάννη Τσώκου.

Την πανήγυρη θα τιμήσουν με την παρουσία τους οι Αρχές του τόπου, τα Σώματα Ασφαλείας,

οι Δάσκαλοι των Σχολείων, οι Σύλλογοι της πόλεως Ερέτριας.

            (κατά το 2ήμερο Ακολουθιών θα μας επισκεφθούν οι Αμμουλιανιώτες Χαλκιδικής, πρόσφυγες από τον Μαρμαρά Μικράς Ασίας,

                                                     επίσης και ο Σύλλογος προσφύγων Νέων Παλατιών Ωρωπού).

                                                                               Ο εφημέριος, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο,

                                                 οι κατηχητές και οι συνεργάτες του Ιερού Ναού, σας εύχονται:

                                                                                                                                   ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τετάρτη, 01 Απρίλιος 2015 22:21

Οδοιπορικό Μεγάλης Εβδομάδας!

Παρουσίαση Εσπερινής Ομιλίας "παθόντα και ταφέντα 1/4/2015.

"κάνε κλικ δίπλα από συνημμένα

Τετάρτη, 01 Απρίλιος 2015 12:37

Εγώ πατήρ...

κλικ στην εικόνα για να διαβάσεις το κείμενο.

 

«Η αφοσίωση  στο παρελθόν μπορεί να είναι ένα είδος θανάτου πάνω

 

από το χώμα. Το να γράφεις για το παρελθόν είναι μια Ανάσταση.

 

Το παρελθόν τότε ζει μέσα στις λέξεις σου κι εσύ είσαι ελεύθερος».  

 

         Τζέσαμιν Γουέστ (Αμερικανίδα συγγραφέας)

 

*

 

ΑΘΗΝΑ 2003

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

 

Μέρος Α΄

 

Προλεγόμενα

 

Είναι βέβαιο, πως πολλά από τα λαογραφικά τού μικρού μου χωριού, με τους φιλήσυχους και φιλόξενους κατοίκους του, είναι όμοια ή παρόμοια με αυτά των γύρω χωριών και όχι μόνο.[1] Όμως, υπάρχουν και κάποιες ιδιαιτερότητες, που συναντώνται εδώ μόνο, γι αυτό και η καταγραφή τους σε τούτο το μικρό πόνημα.

 

Στα κείμενα που ακολουθούν –εκτός από λαογραφικά- εμπεριέχονται και στοιχεία του γλωσσικού ιδιώματος της περιοχής.[2] 

 

Κάποιες φορές, αντί για Παρατατικό χρησιμοποιώ Ενεστώτα και τούτο γιατί μερικά έθιμα τηρούνται και σήμερα στο «Θεολόγο».

 

Επίσης, μερικές φορές, για μία λέξη αναφέρω δύο λεκτικούς τύπους όπως: μάνες – μανάδες, νοικοκυρές – νοικοκυράδες κ.λπ. Δεν πρόκειται για λάθος, αλλά γιατί εδώ ακούγονται και οι δύο τύποι. Περισσότερο όμως χρησιμοποιώ αυτόν που συνηθίζεται πιο πολύ στο χωριό.

 

Να προστεθεί ακόμα, πως όσα γράμματα είναι μέσα σε παρένθεση προφέρονται πολύ λίγο, μέχρι και καθόλου.

 

           

 

Λίγα λόγια για το χωριό

 

Με το όνομα «Θεολόγος» υπάρχουν αρκετά χωριά στη χώρα μας, με μεγαλύτερο αυτόν της Θάσου. Ο Ευβοϊκός «Θεολόγος» βρίσκεται στο κέντρο του νησιού, στους πρόποδες της δυτικής πλαγιάς τού μικρού Ευβοϊκού Ολύμπου και στην τελευταία απογραφή, του 2001, αριθμούσε 580 κατοίκους[3].

 

          Σε απόσταση 5-6 χλμ. από το χωριό μας βρίσκονται τα χωριά: Μίστρος (ΒΑ), Πούρνος (ΒΔ), Καμάρι (ΝΔ) και Γέροντας (ΝΑ). Σε διπλάσια περίπου απόσταση και προς τα δυτικά, πάνω στο δρόμο που οδηγεί προς την Χαλκίδα, βρίσκεται ο Πισσώνας.  Ο «Θεολόγος» απέχει 29 χιλιόμετρα περίπου από τη Χαλκίδα -μέσω Νέας Αρτάκης- και 15 χλμ. από την Ερέτρια.

 

          Η διαδρομή για την Ερέτρια, που περνάει μέσα από το μικρό χωριό Γέροντας, γινόταν μέσα από ένα πανέμορφο δάσος, πριν αυτό –το καλοκαίρι τού 1998- γίνει παρανάλωμα του πυρός… Τα τελευταία χρόνια, άρχισε πάλι να πρασινίζει κάπως το καρβουνιασμένο-σεληνιακό τοπίο. Πριν από πεντέξι χρόνια, τα 15 τούτα χιλιόμετρα ασφαλτοστρώθηκαν «κι έφεραν το χωριό μας πιο κοντά» στη νυφούλα τού Ευβοϊκού, την πάλαι ποτέ κραταιά πόλη των θρυλικών Αειναυτών.

 

         Τα αρχαία χρόνια, ο «Θεολόγος» θα πρέπει να ήταν και ένας από τους 50 και πλέον δήμους τής Ερέτριας. Απ’ όσα γράφει ο καθηγητής WilliamWallace -στην εμπεριστατωμένη εργασία του «Οι Δήμοι τής Ερέτριας» (Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών, τόμος Η΄, σελ.157-203, 1961)- συμπεραίνουμε, πως στην περιοχή του χωριού μας θα βρισκόταν ο δήμος Λάκη (Λάκεθεν)[4].

 

          Για το πότε ακριβώς –τα μετά το Χριστό χρόνια- άρχισε να κατοικείται τούτο το κάπως αμφιθεατρικό χωριό δεν είναι γνωστό. Εκείνο που θεωρείται βέβαιο είναι, ότι το τελευταίο του όνομα το πήρε από την εκκλησία τού Αϊ-Γιάννη του Θεολόγου. Τούτη η εκκλησία, που βρίσκεται προς τα νότια, στην περιοχή τής «Καμάρας»[5] και πάνω από τη βρύση «Κλήματα», είναι ο ενοριακός ναός τού χωριού.

 

          Αν, όπως πιθανολογείται, ο Αϊ-Γιάννης χτίστηκε από τον όσιο Χριστόδουλο,[6] τότε το χωριό μας πήρε το όνομα «Θεολόγος» γύρω στα 1090[7]. Σε τούτο το χώρο –πριν το 1090- θα προϋπήρχαν κάποιες σκόρπιες καλύβες, ή και κάποια μικρά σπίτια, αλλά φυσικά με άλλο όνομα, όχι με το «Θεολόγος».

 

Μέχρι τότε, τούτη η τοποθεσία θα μπορούσε να λεγόταν Αγρι(ε)λιά, Κουμαριά,  Πουρναριάς ή κάτι παραπλήσιο,από τις πολλές αγριελιές, τις κουμαριές και τα πουρνάρια που υπήρχαν στην γύρω περιοχή. Ακόμα, θα μπορούσε να είχε την ονομασία «Τρίστρατο», γιατί σε τούτο το σημείο αντάμωναν τρεις δρόμοι: Αυτός που ερχόταν από τη Χαλκίδα, εκείνος που έφτανε εδώ από την Ερέτρια και ένας τρίτος που έφερνε σε τούτα τα μέρη τους στρατοκόπους από την περιοχή τού Μίστρου και τα λημέρια της Δέλφης. Ποιος μπορεί όμως να ξέρει!...      

 

          Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες που έχουμε για το χωριό μας -το οποίο αναφέρεται ως «Άγιος Θεολόγος»- είναι από Φορολογικά Κατάστιχα των ετών 1474 και 1521. Εκεί  καταγράφονται οι φορολογούμενοι πολίτες και οι φορολογικές τους υποχρεώσεις.[8] Στα μετά επαναστατικά χρόνια, από το 1834 (με το νόμο περί Δήμων, της 27-12-1833, Ε.Κ.1834, σελ.13) ο «Θεολόγος» συμπεριλήφθηκε στο Δήμο Ληλαντίων, με έδρα τη Στενή. Με τον ίδιο νόμο, ο Δήμος Διρφέων[9] είχε έδρα τις Στρόπωνες.

 

Με το Βασιλικό  Διάταγμα της 27-11-1840 (Ε.Κ.1841, σ.26) «περί συγχωνεύσεως των Δήμων τής Επαρχίας Χαλκίδος» ο Δήμος Ληλαντίων περιέλαβε και το Δήμο Διρφέων, με έδρα πάλι τη Στενή. Από τις εκλογές τού 1883 (με το Β.Δ. της 14-8-1882) ο μέχρι τότε Δήμος Διρφέων μετασχηματίζεται σε δύο: Στον Δήμο Διρφέων με Πρωτεύουσα την Στενή και στον Δήμο Ληλαντίων –όπου υπαγόταν και ο «Θεολόγος»- με έδρα τούς Καθενούς.

 

Το 1912, μετά την κατάργηση των Δήμων (με το Β.Δ. τής 11-8-1912), ο «Θεολόγος» έγινε έδρα κοινότητας και μαζί με τον Πούρνο και τον «Γέροντα» αποτέλεσαν την Κοινότητα Θεολόγου.[10] Τα τελευταία χρόνια, με την εφαρμογή τού «Καποδίστρια», το χωριό μας –μαζί με άλλα 13 χωριά- βρέθηκε  και πάλι στον «αναστημένο» Δήμο Διρφύων, με έδρα τη Στενή. Και, με το νέο νόμο του κράτους «Καλλικράτης», που ισχύει από το Νοέμβριο του 2010, ο «Θεολόγος»  υπάγεται στο νέο ενωμένο δήμο Διρφύων – Μεσσαπίων με έδρα τα Ψαχνά. 

 

ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

 

  Πρώτα θ’ αναφερθώ στις γεωργικές εργασίες τη Σπορά, το μάζεμα της Ελιάς, το Θέρος, το Αλώνισμα και τον Τρύγο, έτσι, όπως γίνονταν, μέχρι και το δεύτερο τρίτο του 20ου αιώνα, από τους γεωργούς τούτου του χωριού.

 

Η ΣΠΟΡΑ

 

 Δεν χρειάζεται, βέβαια, να θυμίσω πως, εκείνα τα χρόνια, απαραίτητοι βοηθοί των αγροτών, στη δύσκολη ζωή τους, ήσαν πάντα τα ζώα.

 

        Πολύ πριν αρχίσει η σπορά, από το Φεβρουάριο-Μάρτιο, είχε προηγηθεί ένα όργωμα. Πολλές φορές – προς τα τέλη της Άνοιξης ή νωρίς το Καλοκαίρι- γινόταν και ένα δεύτερο όργωμα, το διβόλισμα, όπως το έλεγαν. Ακολουθούσε και ένα καλό                                                       

 

Θάμνε(υ)μα[11] το Σεπτέμβρη και κατά τα μέσα Οκτωβρίου -ανάλογα πάντα και με τον καιρό- άρχιζε η σπορά των δημητριακών και συνεχιζόταν όλο το Νοέμβριο και πιο πέρα ακόμα.

 

           Στα διβολισμένα κτήματα η αρχή γινόταν κι από τον Σεπτέμβρη -πριν ακόμα βρέξει-, γιατί το χώμα ήταν αφράτο. Έτσι έσπερναν και περισσότερα στρέμματα, γιατί με τις βροχές βάραινε το χώμα και τα ζώα τραβούσαν πιο δύσκολα το αλέτρι.   Επειδή ο Νοέμβρης είναι ο καθ’ αυτού μήνας της σποράς τον έλεγαν και Σποριά.

 

  Την εποχή τού οργώματος και της σποράς, αν ρωτούσατε κάποιον, τι δουλειά θα κάνει την άλλη μέρα, δεν θα έπρεπε να παραξενευτείτε, αν σας έλεγε πως, θα πάει για «ζευγάρι». Επειδή για το όργωμα και τη σπορά χρειάζονταν δύο ζώα -ένα ζευγάρι δηλαδή,- χρησιμοποιούσαν αυτή τη λέξη. Ακούγατε να λένε : «Αύριου θα πάου για ζιυγάρ(ι)[12] στουν Κάμπου». Ή να ρωτούν κάποιον :«πόσις μέρις ζιυγάρ(ι) έχ(ει)ς ακόμα ;».

 

          Πριν από τρεις τέσσερις δεκαετίες, από τότε που δημιουργήθηκαν αρκετά εργοστάσια  στη Χαλκίδα και έστελναν μάλιστα και λεωφορεία στα χωριά, για να πάρουν τα εργατικά χέρια, όλο και πιο λίγοι Θεολογίτες ασχολούνται με την σπορά. Έκριναν πως είναι προτιμότερο και το μικρό, έστω, αλλά σίγουρο μεροκάματο του εργοστασίου, από το ανεξάρτητο επάγγελμα,  αλλά αβέβαιο μέλλον, του γεωργού. 

 

          Παλαιότερα, όμως, τέτοιες μέρες ήταν όλα έτοιμα για την « μεγάλη έξοδο», για την σπορά του σταριού, του κριθαριού και των άλλων δημητριακών.                                                                                                                                                                                                                                                                              

 

Όσες μέρες κρατούσε η σπορά, εκτός από το γεωργό, κουράζονταν πολύ και τα ζώα. Έτσι, για ν’ αντέξουν και να τα βγάλουν πέρα ως το τέλος, τους έδιναν συμπληρωματική τροφή, ακόμα και τη νύχτα. Αν δε το κρύο ήταν ανυπόφορο, το πρωί, πριν το ξεκίνημα, τους έδιναν και μια χύτρα ζεστό νερό, που είχαν βάλει μέσα τ’ αποφάγια της προηγούμενης μέρας ή λίγα πίτουρα. Αυτό το «ρόφημα» το έλεγαν «πλύμα»[13].   

 

 Χαράματα, άκουγες καμιά φορά τον γεωργό να λέει στην συμβία του: «Ιτοίμασις του πλύμα για τα ζα; Έπριπι να ‘χου φύγ(ει), θα μησμιριάς(ει) ώσπου να πάου στ(η) ‘’Μιγάλ(η) Λάκα’’».

 

          Τα πρόσεχαν πολύ τα ζωντανά τους, σαν τα μάτια τους. Κι αν έχαναν κανένα απ’ αυτά, καμιά φορά, αν ερχότανε το τέλος τους, έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ, σαν να ήταν άνθρωπος! Και τούτο γιατί, εκτός του ότι τα αγαπούσαν, αφού ήσαν οι σύντροφοι και οι βοηθοί τους, για πολλά χρόνια, ήθελαν και μια «περιουσία», για να τα αντικαταστήσουν...        

 

Την πρώτη μέρα που πήγαιναν οι γεωργοί να σπείρουν δεν πούλαγαν, ούτε δάνειζαν τίποτε, το είχαν για γρουσουζιά! Τη μέρα αυτή στο τσουβάλι με το σπόρο, που θα έφερναν στο χωράφι, έβαζαν μέσα και μερικά ρόδια, αμύγδαλα καρύδια κ.λπ.

 

           Όταν έφταναν στο χωράφι -αφού έκαναν το σταυρό τους- η πρώτη τους δουλειά ήτανε να ζέψουν τα ζώα τους με το αλέτρι. Μετά -στην αρχή του χωραφιού- χάραζαν με το αλέτρι ένα αυλάκι γύρω από ένα κομμάτι γης, ενός στρέμματος περίπου. Τούτο το σημαδεμένο με το αυλάκι κομμάτι του χωραφιού το έλεγαν σποριά (η σποριά).[14]                                    

 

Στη συνέχεια, έπαιρναν ένα από τα ρόδια και το χτυπούσαν  με δύναμη πάνω σε μία πέτρα. Το χώμα κοκκίνιζε από τον χυμό και τους κόκκους του ροδιού, ενώ ταυτόχρονα έλεγαν : «Όσα μπλιά (κόκκους δηλαδή) έχ(ει), τόσις τάλι(ε)ς[15]να γίν’ νι». Μετά απ’ αυτό, έβαζε σε μια χύτρα  ή σ’ ένα ταγάρι σπόρο[16] και τον σκορπούσε μέσα στη χαραγμένη σποριά. Στη συνέχεια, μπροστά τα άλογα, τα μουλάρια (πιο παλιά τα βόδια) και πίσω ο γεωργός -κρατώντας σταθερά το αλέτρι-, άρχιζε ένα ατέλειωτο πήγαιν’ έλα, ώσπου να γεμίσει η σποριά με τα παράλληλα αυλάκια, που άνοιγε το υνί.  

 

Κάθε φορά που τελείωνε μια σποριά χάραζε μιαν άλλη και πάλι απ’ την αρχή. Αυτό συνεχιζόταν ως το μεσημέρι οπότε και σταματούσε                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           για λίγο, να ξεκουραστεί κι αυτός και τα ζώα του. Τώρα τα άλογα θα καταβρόχθιζαν το δεμάτι το σανό και ο ίδιος θα ξεκρεμούσε από την ελιά το ταγάρι με το προσφάι του. Το δισάκι του, συνήθως, είχε μέσα ψωμί, τυρί, ελιές και κρεμμύδια.

 

Έπειτα από τη μικρή αυτή ανάπαυλα και τη λιτοδίαιτη τροφή, ξανάρχιζε πάλι το ίδιο «τροπάρι» -το πήγαιν’ έλα- ως το βράδυ. Μόνο καμιά ώρα περίπου πριν ο ήλιος κρυφτεί πίσω απ’ το Καντήλι[17], ο γεωργός έβγαζε το αλέτρι και στη θέση του έβαζε τη ζβάρνα (σβάρνα)[18].   

 

          Με τη ζβάρνα τώρα, να σέρνεται πίσω από τα ζώα, πέρναγε όλο το σπαρμένο χωράφι, για να σπάσουν οι χονδροί σβόλοι και να σκεπαστούν καλά οι σπόροι με χώμα. Πάνω στη ζβάρνα -για να γίνεται καλύτερη δουλειά- έβαζαν να καθίσει και ένα παιδί ή τοποθετούσαν καναδυό  μεγάλες πέτρες. Καμιά φορά ανέβαινε και ο ίδιος ο γεωργός, αν οι σβόλοι ήσαν σκληροί και δεν έσπαγαν εύκολα ή για να ξεκουραστεί και λίγο. 

 

Όλες αυτές τις ώρες, ο αγρότης είχε πάντα στερεωμένο το καμτσί[19] στο πίσω μέρος της ζώνης του. Κάθε τόσο, όταν τεμπέλιαζαν λίγο τα ζωντανά, το έβγαζε και το χτυπούσε στον αέρα ή και στα κουρασμένα τους πλευρά καμιά φορά. Εκείνα, στη θέα τού καμτσικιού έκαναν νέο κουράγιο και τάχυναν πάλι το βήμα τους. Κι όλο μάκραινε πίσω τους το αυλάκι που έσκιζε την ηλιοκαμένη γη.

 

Για τα βόδια είχαν προμηθευτεί και τη βουκέντρα, ένα μακρύ ραβδί που στο ένα άκρο του στερέωναν  ένα μυτερό, σα λόγχη, σίδερο και μ’ αυτό τα κένταγαν κάθε τόσο στα καπούλια. Πριν ακόμα γυρίσει στη γλυκιά βραδινή θαλπωρή τού φτωχικού του σπιτιού, έπρεπε ο ίδιος ο γεωργός ή αν υπήρχε κάποιος βοηθός -η συντρόφισσά του ή κανένα παιδί-, να σκάψει με το τσαπί τις παραυλακίδες. Εκεί δηλαδή που είχε ξεφύγει λίγο το αλέτρι και δεν είχε οργωθεί καλά, όπως και γύρω από τα δένδρα, που πάντα έμενε ένα μικρό μπακλαβοειδές κομμάτι γης ακαλλιέργητο.

 

Να προστεθεί, πως αν το χωράφι ήταν λίγο βαρικό, αν το χώμα δηλαδή είχε περισσότερη υγρασία και λάσπωνε, τότε το όργωμα γινόταν δυσκολότερο και για το σπορέα και για τα ζώα του. Και τούτο, γιατί κόλλαγε μια ποσότητα λάσπης πάνω στο αλέτρι και βάραινε περισσότερο. Έτσι -κάθε τόσο- ο αγρότης σταματούσε για λίγο και με τη βοήθεια μιας λάμας, της ξάλης,[20] όπως την έλεγαν -που ήταν πάντα τοποθετημένη πάνω στο αλέτρι-, ξεκόλλαγε τις μπλάνες.[21]

 

Αυτή η δουλειά γινόταν και με μια άλλη ξάλη, ένα είδος μικρής ορθής μετάλλινης γωνίας, που πολλοί την προσάρμοζαν στο κάτω μέρος του ξύλινου τμήματος του καμτσικιού. Πολλές φορές, όταν η λάσπη κόλλαγε και στα άρβυλα τού αγρότη -και δυσκολευόταν να περπατήσει- τα αντικαθιστούσε με τσαρούχια, γουρνοτσάρουχα.  Σ’ αυτές τις περιπτώσεις –για να μην ξυλιάσουν τα πόδια τους- φορούσαν από μέσα και κάλτσες χονδρές μάλλινες.

 

Τούτα τα ποδήματα -που οι χωριάτες τα έφτιαχναν μόνοι τους από δέρμα γουρουνιού- τα φορούσαν, όχι μόνο για τις λάσπες, αλλά και όταν το βαλάντιο τους δεν τους επέτρεπε ν’ αγοράσουν καινούρια παπούτσια...  

 

          Πρέπει να πω, πως οι κάτοικοι τούτου του γραφικού χωριού ήσαν –στη συντριπτική τους πλειοψηφία – καλοκάγαθοι και φιλήσυχοι πολίτες. Όμως, ίσως, η σκληρή δουλείά -η απάνθρωπη θα έλεγα, καμιά φορά- τους έκανε τραχείς και οξύθυμους. Έτσι, άκουγες, τους ίδιους αυτούς ανθρώπους -με το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα και το χαμόγελο στα χείλη-, κάποιες φορές, να παρεκτρέπονται και να εκστομίζουν λόγια βαριά, βλαστημώντας ακόμα και τα θεία!       

 

Όπως προαναφέρθηκε, για το όργωμα και τη σπορά χρησιμοποιούσαν συνήθως δύο μουλάρια, σπανίως ένα μουλάρι και ένα γαιδουράκι. Αν κάποιος δεν είχε δύο ζώα, τότε κολίγιαζε[22], συνεταιριζότανε με κάποιον άλλο.

 

Ακόμα ν’ αναφέρω, πως το σπάρσιμο των σπόρων γινόταν πάντα με το χέρι πεταχτά και κατά προσέγγιση, εκτός από τα κουκιά και καμιά φόρα το καλαμπόκι. Σ’ αυτή την περίπτωση έπρεπε να υπάρχει και ένα δεύτερο άτομο να πηγαίνει από πίσω και να ρίχνει ανά τριάντα πόντους, περίπου, από ένα κουκί ή ένα καλαμπόκι μέσα στο νεοανοιγμένο αυλάκι.

 

Στα πιο άγονα εδάφη έσπερναν, συνήθως, το σιτάρι που το έλεγαν σκυλόπετρο. Στα κάπως καλύτερα χώματα γρεμενιά και μονολόι. Μετά το 1950 έκαναν την εμφάνισή τους και τα Αμερικάνικα «νούμερα», που είχαν καλύτερη απόδοση. Στην αύξηση της παραγωγής συντέλεσαν και τα λιπάσματα που άρχισαν να κυκλοφορούν εκείνα τα χρόνια.  

 

          Στο Θεολόγο, τη γιορτή των Εισοδίων τής Θεοτόκου -στις 21 Νοεμβρίου- την έλεγαν: «Μισοσπορίτσα», της  «Μισοσπορίτσας». Και τούτο γιατί μέχρι εκείνη τη μέρα έπρεπε να είχε τελειώσει η μισή σπορά. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι αγρότισσες του χωριού πήγαιναν στην εκκλησία βρασμένο σιτάρι, στο οποίο είχαν προσθέσει και λίγα ρεβίθια, καρύδια, αμύγδαλα και κόκκους  ροδιών, αλλά χωρίς ζάχαρη. Στο τέλος

 

της θείας λειτουργίας, καθένας που έπαιρνε σιτάρι -πριν φάει, πέταγε

 

μερικούς κόκκους  ψηλά στον ουρανό και έλεγε : «τόοοσου να γίν(ει)  του στάρ(ι) μας».

 

          Το αλέτρι, σύμφωνα και με το υνί[23] που παίρνει, λέγεται  μονόφτερο ή δίφτερο. Το δίφτερο υνί είναι φτιαγμένο από ένα χονδρό  σίδερο, που μοιάζει  με κοντή ρουκέτα και δεν μπαίνει πολύ βαθιά στη γη. Στο πέρασμά του, ρίχνει το μισό χώμα δεξιά και το άλλο μισό αριστερά και χρησιμοποιείται συνήθως  για άγονα και πετρώδη εδάφη.

 

Το μονόφτερο είναι σαν μία παραλληλόγραμμη πλάκα σιδήρου ή μάλλον σε σχήμα τραπεζίου -για να θυμηθούμε λίγο και τη γεωμετρία-, πάχους γύρω στους δύο πόντους, με τη γωνία που μπαίνει μέσα στη γη λίγο μακρύτερη και πιο μυτερή. Τούτο το αλέτρι κάνει βαθύτερο αυλάκι και ρίχνει όλο το χώμα μονόπλευρα, πάντα προς τα

 

δεξιά. Μπαίνοντας  το υνί στα σπλάχνα της γης, το πάνω χώμα -το ζωογονημένο από τις ακτίνες του ήλιου- έρχεται κάτω, αγκαλιά με τους σπαρμένους κόκκους.

 

Τώρα, με το θάψιμο των σπόρων στη γη και το θαύμα τής μετατροπής τής ύλης, ένας νέος κύκλος αρχίζει. Στη θεία αυτή μήτρα, θα μείνουν για λίγες μέρες οι σπόροι και ύστερα από μία βροχή, πράσινα «κεφαλάκια» θ’ αρχίσουν να ξεπροβάλλουν από τη γη, φορώντας μπεζ σκουφάκια.[24]

 

Σιγά-σιγά, ένα πράσινο «κύμα» φουσκώνει και είναι χαρά Θεού να το βλέπεις και να το καμαρώνεις που, μέρα με τη μέρα, μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Στο τέλος, φτάνει το ένα μέτρο και πολλές φορές το ξεπερνάει κιόλας.

 

Κάποιες χρονιές που δεν έβρεχε πολύ και το χώμα του χωραφιού ήταν πετρώδες και άγονο, ο γεωργός έσπερνε, αλλά δεν θέριζε! Τότε άκουγες να λένε: «Πέρα στου Διντράκ(ι) (περιοχή ‘’Δενδράκι’’) του στάρ(ι) του πήρι ου διάουλους, σκέτ(η) ανουχή έγνι. Θα που στου Μήτρου να πάει τα πρό(β)ατα να του βουσκήσνι».

 

Τον Ιούνιο, που αρχίζουν οι μεγάλες ζέστες, μεστώνουν τα χρυσαφένια στάχυα και έρχεται  η ώρα του θερισμού και της συγκομιδής. Εκτός από στάρι, στο Θεολόγο έσπερναν ακόμα -αλλά  σε μικρότερες ποσότητες- κριθάρι, βρωμάρι, βίκο, κουκιά, ρεβίθια, φάβα, καλαμπόκι κ.λπ.

 

Να προστεθεί πως, στο όργωμα και τη σπορά, για να συρθεί το αλέτρι πίσω από τα ζώα, χρειάζονταν και κάποια άλλα σύνεργα : Λεμαριές, αλυσίδες, πανσέλλες, τραβ(ι)χτά, παλάτζες κ.λπ. Χωρίς αυτά θα έπρεπε να χρησιμοποιούσαν μόνο τα χέρια τους και το τσαπί. Κάτι που έκαναν οι άνθρωποι χιλιάδες χρόνια πριν, αλλά και τη δεκαετία του ’40, σε κάποια γόνιμα, αλλά πολύ κατηφορικά εδάφη, που ήταν δύσκολο να γίνει η σπορά με το αλέτρι.

 

 

 

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

 

  Στο Θεολόγο, μια από τις σημαντικότερες ασχολίες των κατοίκων του ήταν και η καλλιέργεια της ελιάς. Τα περισσότερα κτήματα τού χωριού είναι σκεπασμένα με ελαιόδενδρα. Παλαιότερα, υπήρχαν περιοχές που ήσαν γεμάτες αγριελιές. Από εκεί τις έβγαζαν και τις μεταφύτευαν στα κτήματά τους και αφού ριζόπιαναν καλά, μετά τις μπόλιαζαν.

 

Τα μηχανήματα, τα οποία συνέχεια  αλλάζουν τη ζωή του ανθρώπου (τα τελευταία 40 – 50 χρόνια) επεκτείνουν την κυριαρχία τους και στο γεωργικό  χώρο, αλλάζοντας  συνήθειες και τρόπους καλλιέργειας αιώνων.

 

Για χιλιάδες χρόνια πριν, από την εποχή του Ησίοδου, ο άνθρωπος καλλιεργούσε τη γη με το αλέτρι που το έσερναν βόδια και άλλα  ζώα. Θέριζε με το δρεπάνι, πότιζε με το αυλάκι, σκάλιζε με την τσάπα και το σκαλιστήρι και λίπαινε με την κοπριά των ζώων του. Όμως, στο δεύτερο μισό του αιώνα μας, όλα αυτά ανατράπηκαν αστραπιαία, με τρόπο που δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί.      

 

Τώρα, μηχανές σπέρνουν, λιπαίνουν, ραντίζουν, ποτίζουν, θερίζουν και αλωνίζουν, απομακρύνοντας, έτσι, τον αγρότη, από τους παλιούς του φίλους τα ζώα, στην πάλη του με τη γη. Όλα αυτά τα μηχανήματα τον ξεκούρασαν αφάνταστα από τη βασανιστική, αλλά τόσο ήσυχη και ειδυλλιακή του ζωή.

 

Τέτοιες μηχανές, όμως, δεν βρέθηκαν ακόμα για τον τρύγο και στο μάζεμα της ελιάς. Είναι αλήθεια πως τα ελαιόπανα και κάποια μηχανάκια έχουν συντομεύσει κάπως το μάζεμα της, όμως δεν είναι τέτοια που να μπορέσουν ν’ απαλλάξουν τον παραγωγό, από την πραγματικά δύσκολη τούτη δουλειά.

 

          Έτσι, όπως είναι σήμερα τα πράγματα, πολλές φορές, δεν συμφέρει το νοικοκύρη, να βάλει εργάτες να του μαζέψουν τούτον τον καρπό με το μεροκάματο, γιατί στο τέλος θα του πάρουν… όλη τη σοδειά. Αλλά, ούτε και κανένα συμφέρει να τις  πάρει μισακές, αν δεν είναι καλά γεμάτες, γιατί και τούτος κινδυνεύει να μη βγάλει το μεροκάματό του...

 

Αυτό συμβαίνει  γιατί η παρουσία των σπορέλαιων, τα τελευταία χρόνια, έχουν ρίξει χαμηλά την τιμή του λαδιού, σε σύγκριση με πολλά άλλα αγαθά. Τα παλιότερα χρόνια, όμως, το λάδι ήταν λύρα χρυσή, γι αυτό και δεν έμενε ούτε μία ελιά αμάζευτη πάνω στα δένδρα.

 

Χαράματα, ακόμα, όλο το χωριό, μικροί και μεγάλοι έβγαιναν για να μαζέψουν τις ελιές. Άλλοι προς τον Κάμπο και το Αχλαδάκι, άλλοι προς τα Κανάλια και τη Μεγάλη Ράχη, άλλοι προς τον Κορτέση κι ακόμα πιο πέρα. Γέμιζαν οι δρόμοι και τα χωράφια ζωή. Θαμπά ακόμα, οι σβέλτοι ραβδιστάδες -που οι πιο πολλοί ήσαν από τις Στρόπωνες[25]- σκαρφάλωναν στις κατάμεστες ελιές και άρχιζαν το ράβδισμα.

 

Εδώ πρέπει να σημειώσω -για να μη μπερδευτεί κάποιος, που δεν ξέρει- πως, ελιά λέμε τον καρπό, αλλά και το ίδιο το δέντρο της ελιάς. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν συμβαίνει αυτό. Υπάρχει η ίδια η ρίζα, αλλά είναι λίγο διαφορετικό το όνομα του καρπού από το δέντρο. Λέμε : μήλο-μηλιά, κάστανο-καστανιά κ.λπ.

 

Εκείνα τα χρόνια, στο Θεολόγο σχεδόν όλες οι ελιές ήσαν λαδοελιές. Ελάχιστες ήσαν φαγώσιμες, όπως οι βάβουλες, οι οποίες ήσαν στρογγυλές και λίγο μεγαλύτερες από τις άλλες.  Τώρα έχουν μπολιάσει κι άλλων ειδών ποικιλίες, όπως: Καλαμών, μανάκι, κ.λπ. Σε κάθε δένδρο που ανέβαιναν οι ραβδιστάδες, πρώτα τίναζαν τις πολλές-πολλές ελιές και μετά περνούσαν το δένδρο, πιο προσεκτικά, ένα  δεύτερο χέρι. Στο τέλος, με μάτι γερακιού, προσπαθούσαν να κατεβάσουν και τις τελευταίες ελιές, από τα πιο ψιλά και επικίνδυνα κλωνάρια.

 

          Στην αρχή βοηθούσαν και οι γυναίκες στο τίναγμα των χαμηλών κλαδιών. Με το τέλειωμα όμως του πρώτου δένδρου ο ραβδιστής πήγαινε σε άλλο δένδρο και εκείνες άρχιζαν το μάζεμα. Γέμιζαν μικρά κοφίνια ή μεταλλικά δοχεία, τα οποία άδειαζαν σε ένα μεγάλο καλάθι, το ξάι (ξάγι) και μετά -όταν κι’ εκείνο γέμιζε- στα τσουβάλια. Έτσι ήξεραν πόσα ξά(γ)ια θα μάζευαν ως το βράδυ, αλλά και πόσο λάδι, αφού γνώριζαν πόσες περίπου οκάδες λάδι έβγαζε το κάθε ξάι.

 

Την ώρα που τίναζαν τα δένδρα, πολλές ελιές πήγαιναν πέντε, δέκα και παραπάνω μέτρα μακριά. Αυτές τις ελιές που σκορπίζονταν, σε κάποια απόσταση, γύρω από το δένδρο, τις έλεγαν «αέρα» και -για να μην χασομεράνε οι μεγάλοι- τις μάζευαν συνήθως τα παιδιά.    

 

Οι χινοπωριάτικες μέρες, σιγά-σιγά, μίκραιναν και το βράδυ ερχόταν γρηγορότερα. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, γι’ αυτό και το λιτοδίαιτο μεσημεριανό φαγητό γινόταν στα γρήγορα. Συνήθως, έτρωγαν τυρί κι ελιές ή κάτι που είχε περισσέψει από την πρώτη μέρα και ψωμί  που, πολλές φορές -όταν ήταν πεντέξι ημερών- δεν το «κόλλαγε σφαίρα»...

 

Το βράδυ η φασ(ου)λάδα και τα άλλα όσπρια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τώρα και ξερό να ήταν το ψωμί δεν πείραζε, μάλλον ήταν και καλύτερο, γιατί το έκοβαν μικρά κομμάτια στο πιάτο –μαζί με το φαγητό- και γινόταν μια λαχταριστή «παπάρα», που ζέσταινε τα κρύα και ταλαιπωρημένα κορμιά, από τον κάματο της ημέρας.

 

          Ξέχασα ν’ αναφέρω πως και το πρωί, νύχτα ακόμα, πριν ξεκινήσουν για το χωράφι, όλοι έτρωγαν κι από ένα μεγάλο πιάτο ξινό τραχανά, με μπουκιές από ξερό ψωμί, ζεματισμένες με μπόλικο καυτό λάδι. Έτσι ήσαν χορτάτοι και ζεστοί πριν έρθουν σε επαφή με το πρωινό αγιάζι.

 

Τα παιδιά εκείνης της εποχής–από τις 14 Σεπτεμβρίου, που έβγαζαν τα πρόβατα από τα χτήματα που είχαν ελιές, ώσπου ν’ αρχίσει το τίναγμα- μόλις τέλειωνε το σχολείο, έτρεχαν να βοηθήσουν στο  μάζεμα της χαμάδας[26]. Αργότερα, όταν άρχιζε το ράβδισμα, πηγαίναμε και κουβαλάγαμε με κανένα γαϊδουράκι το μαζεμένο καρπό.

 

Το βραδάκι κατέφτανε –στο χωράφι που μαζεύονταν οι ελιές- και ο πατέρας ή ο μεγάλος αδερφός από τη σπορά. Ξέζευαν λίγο νωρίτερα, και πήγαιναν  να δώσουν ένα χέρι βοηθείας και να φορτώσουν στα μουλάρια τις υπόλοιπες μαζεμένες ελιές. Αν καμιά φορά περίσσευε κανένα γεμάτο τσουβάλι, γιατί δεν το σήκωναν τα ζώα,  σκεπαζόταν με κομμένα κλαδιά ή το έβαζαν κάτω από κάποιο θάμνο, για να κουβαληθεί την άλλη μέρα.

 

Ο κάθε νοικοκύρης δεν περίμενε να μαζέψει όλη του τη σοδειά, για την πάει στο λιοτρίβι. Και τούτο γιατί, αν παράμεναν πολλές μέρες στην αποθήκη άρχιζε η σήψη, ανέβαιναν τα οξέα και το λάδι έπαιρνε μια ταγκίλα και δεν ήταν εύκολο να πουληθεί. Έτσι, όταν μαζευόταν μια αρκετή ποσότητα, τις πήγαιναν στο λιοτρίβι, όπου ο ακριβός καρπός μετατρεπόταν σε χρυσοκίτρινο «νέκταρ», σε λάδι ευλογημένο.

 

Σε άλλα χωριά, πιο πεδινά, το μάζεμα τις ελιάς, όταν υπήρχε μεγάλη σοδιά, συνεχιζόταν και το Γενάρη, ακόμα και το Φλεβάρη, καμιά φορά. Στο Θεολόγο, όμως, ο χειμώνας δεν «αστειευόταν», γι’ αυτό όλοι προσπαθούσαν ως τα Χριστούγεννα, το αργότερο, να είχαν τελειώσει μ’ αυτή τη δουλειά.

 

Πολλές φορές, όταν ο χειμώνας ήταν πρώιμος και τα κρύα έρχονταν νωρίς, το μάζεμα τις ελιάς ήταν δύσκολο. Τότε, μόλις έφταναν στο χωράφι, άναβαν μια μεγάλη φωτιά, σε μια άκρη και πήγαιναν από λίγο, πότε ο ένας και πότε ο άλλος να ζεσταθούν. Αν, όμως, το ψύχος ήταν ανυπόφορο, μέσα στη φωτιά έβαζαν να ζεσταθούν και μερικές στρογγυλές πέτρες -στο μέγεθος του πορτοκαλιού-, τις οποίες έπαιρναν στα χέρια τους (εκεί που εργάζονταν) εναλλακτικά, πότε ο ένας, πότε ο άλλος, για να ζεστάνουν λίγο τα ξυλιασμένα χέρια τους.

 

Βέβαια, όσο καλός κι αν ήταν ο ραβδιστής, ανάμεσα στα πυκνά φύλλα έμεναν και  κάποιες ελιές. Επίσης, όταν μερικά δέντρα είχαν πολύ λίγο καρπό, δε συνέφερε να πληρώσει κανείς για να τις τινάξει. Αυτές οι ελιές, όταν άρχιζαν οι δυνατοί βοριάδες του χειμώνα έπεφταν μόνες τους στη γη. Τότε, όποιος ήθελε, κυρίως φτωχές γυναίκες και παιδιά πήγαιναν και τις μάζευαν κι ας μην ήσαν δικές τους.

 

Οι ελιές  που έπεφταν από τα δένδρα που δεν είχαν τιναχτεί καλά τις έλεγαν (α)ποράβδια, ενώ τις άλλες, που ήσαν από τα δένδρα που είχαν λίγες και είχαν μείνει ατίναχτες, τις ονόμαζαν μπορμπολόγια. Γι’ αυτά, λοιπόν, τα ποράβδια και τα μπορμπολόγια  τα λιοτρίβια -κι ας είχαν κλείσει- ξανάνοιγαν και το Γενάρη καναδυό Σαββατοκύριακα.                                                                             

 

          Να διευκρινιστεί, πως στα παλιά λιοτρίβια όταν πήγαιναν τις ελιές να τις βγάλουν λάδι, τις έριχναν στο αλώνι.[27] Μέσα στο αλώνι υπήρχαν δύο πελώριες πέτρινες ρόδες, συνδεμένες με ένα χονδρό ξύλινο άξονα. Για να γίνει το λιώσιμο, τούτες τις πέτρες τις έφερναν γύρω ένα άλογο, με δεμένα τα μάτια -όπως στα μαγκανοπήγαδα- για να μη ζαλίζεται.

 

Στη συνέχεια, το λιώμα  το έβαζαν στα τσαντίλια.[28] Όμως, για τη συμπίεση των τσαντιλιών στο στίφτη δεν υπήρχαν μηχανήματα. Εδώ χρειάζονταν τα ατσάλινα χέρια των παλικαριών και, πρέπει να πω πως, ήταν μια πολύ επίπονη δουλειά. Δεν υπήρχε καμιά σύγκριση με τα σημερινά υπερσύγχρονα  λιοτρίβια.

 

Είναι σίγουρο πως, τότε, η ποσότητα του λαδιού ήταν λιγότερη, αφού η συμπίεση ήταν πιο μικρή. Η ποιότητα ,όμως, ήταν πολύ  καλύτερη. Ποτέ δεν είχαμε φάει πικρό λάδι, όπως, πολλές φορές, συμβαίνει τώρα. Και δεν εννοώ, βέβαια, την πικράδα της πράσινης ελιάς, που φεύγει με την πάροδο του χρόνου, αλλά μιαν άλλη πικράδα που,  ίσως να οφείλεται στην  μεγάλη τριβή της ελιάς με τα μηχανήματα της ταχείας έκθλιψης.

 

          Να προστεθεί πως και σήμερα υπάρχουν λιοτρίβια παραδοσιακά -που τα άλογα έχουν αντικατασταθεί με κάποια απλά μηχάνημα- και βγάζουν καλύτερο λάδι.

 

Το «λεκούκι», η στέρεα ύλη που απόμενε μετά το βγάλσιμο του λαδιού, πήγαινε σε ειδικά εργοστάσια και έπειτα από νέα επεξεργασία έβγαιναν τα πυρηνέλαια και η πυρήνα.[29]

 

Τα κατακάθια των λαδιών, τα μουργόλαδα, όπως και τα λάδια που είχαν πολλά οξέα και τάγκιζαν πολύ δεν τα πετούσαν. Τα έβαζαν μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι και τα έβραζαν, προσθέτοντας σιγά-σιγά και από λίγη σόδα (ανθρακικό νάτριο). Έτσι, έπειτα από αρκετή ώρα -αφού πετούσαν τα κατακάθια και τα περίσσεια νερά-,  τον πυκνόρευστο «χυλό» που σχηματιζόταν, τον έριχναν μέσα σε ρηχές ξύλινες κάσες, για  να στεγνώσει.

 

Αργότερα, πριν ακόμα στερεοποιηθεί τελείως, το έκοβαν σε μικρές παραλληλόγραμμες πλάκες. Τούτο το κατασκεύασμα ήταν το σαπούνι, που χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο των ρούχων και τη λάτρα του σπιτιού.

 

 Να σημειώσω και κάτι άλλο που είχα ακούσει, πως γινόταν στα λιοτρίβια, που έβγαινε το λάδι. Λέγανε πως, από κάποιο μέρος, που περνούσε το λάδι, πριν μπει στις λαδίκες του νοικοκύρη, υπήρχε ένα μικρό σωληνάκι, που έφερνε μια μικρή ποσότητα του λαδιού σε ένα κρυφό δοχείο.

 

Δεν ξέρω αν αυτό το λάδι πήγαινε μόνο στον λιοτριβιάρη ή και στο εργατικό προσωπικό. Το παράξενο είναι πως, την κρύπτη αυτή την ονόμαζαν Αγι-Αντών(η)! Μέχρι σήμερα, δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί έδωσαν το όνομα του Αγίου, σ’ αυτό το χώρο!  Τώρα σκέφτομαι πως, ίσως απ’ αυτό το λάδι να άναβαν και το καντήλι του, για ...να μεσιτεύσει να συχωρεθούν οι αμαρτίες τους, για τούτο το ανόμημά τους!           

 

          Με το πρώτο λάδι που έβγαζαν, η νοικοκυρά του σπιτιού πρώτα άναβε το καντήλι και μετά έφτιαχνε τηγανίτες. Το ίδιο γινόταν και τη μέρα που μαζεύονταν όλες οι ελιές, για να φάνε όλοι όσοι έπαιρναν μέρος στη συγκομιδή τους. Τηγανίτες γεύονταν –τη μέρα που έβγαιναν τις ελιές- κι αυτοί που εργάζονταν στο λιοτρίβι.

 

Τα πρώτα πιάτα, όμως,  με τις αφράτες τηγανίτες και  το μπόλικο μέλι ή τη ζάχαρη, ήσαν για τα παιδιά. Για τα παιδιά, εκείνης της εποχής, που είχαν στερηθεί τα πάντα και όταν έβλεπαν τις μανάδες τους να ετοιμάζουν τα σύνεργα, για να φτιάξουν καμιά λιχουδιά, ώσπου να τελειώσουν τους έπεφταν τα σάλια…

 

Ο ΘΕΡΟΣ

 

«Και συ κακό χε(ι)ρόβολο κι εγώ κακό δεμάτι.»

 

                                                                                              (Λαϊκή παροιμία )

 

   Το θέρος στα παλιά τα χρόνια, που δεν υπήρχαν θεριστικές μηχανές, ήταν μια δουλειά πολύ κουραστική. Θέρος, τρύγος, πόλεμος λέει ο λαός μας και θέλει να τονίσει μ’ αυτό πως, όπως στον πόλεμο χρειάζεται ετοιμότητα και γρηγοράδα -γιατί ο εχθρός δεν περιμένει-, έτσι και για το θέρισμα και για τον τρύγο χρειάζονταν πολλά χέρια και σβελτάδα...

 

Τις άλλες δουλειές, όπως είναι η σπορά, το μάζεμα της ελιάς και άλλες, ο γεωργός μπορεί να τις κουμαντάρει  και με τα χέρια της οικογενείας του ή με κάποια βοήθεια, το θέρος όμως όχι. Αν δεν μεστώσουν καλά τα χρυσαφένια στάχυα και δε λιαστούν καλά στο χωράφι, δεν πρέπει να κοπούν. Αν πάλι παραγίνουν υπάρχει φόβος, με το φύσημα του ανέμου ή κατά την ώρα του θερισμού και της μεταφοράς, ο καρπός να πέσει κάτω και να πάει χαμένος.

 

Γι’ αυτό -όπως είπαμε- χρειάζονται πολλά χέρια και σβελτάδα, ένας μικρός συναγερμός, για να μαζευτούν την κατάλληλη ώρα, ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα.Το θέρισμα του σταριού και των άλλων δημητριακών, άρχιζε στο τέλος Μαΐου με αρχές Ιουνίου και κρατούσε, σχεδόν, όλον αυτόν τον μήνα, που τον έλεγαν και Θεριστή.  

 

Πολλές από τις πολύ παλιές προλήψεις τις τηρούσαν και δω κατά γράμμα. Έτσι ποτέ δεν άρχιζαν να θερίζουν μέρα Τρίτη, αντίθετα με το Σάββατο, που άρχιζαν μεν, αλλά δεν τέλειωναν το θέρος τέτοια μέρα. Αν τύχαινε, καμιά φορά, να συμπέσει το τελείωμα μέρα Σάββατο, άφηναν ένα μέρος τού χωραφιού αθέριστο, για να το αποτελειώσουν την άλλη βδομάδα, τη Δευτέρα ή όποια άλλη μέρα.

 

          Την τελευταία  μέρα θέρους, όλοι οι γεωργοί άφηνε ένα μικρό κομμάτι του χωραφιού αθέριστο, το αποθέρι, όπως το ονόμαζαν. Αυτό το έκαναν μόνοι τους -χωρίς να τους υποχρεώσει κανείς- έτσι, για το καλό, για να μείνει κάτι και για «τα πουλιά τ’ ουρανού»...

 

          Ώρες λοιπόν ολόκληρες, οι θεριστάδες με τη μέση διπλωμένη, κάτω από τον καυτό ήλιο, σαν είλωτες, προσπαθούσαν κόβοντας χεράδα-χεράδα να τελειώσουν τη θάλασσα των σταχυών. Και ο ιδρώτας να τρέχει ποτάμι, ν’ αυλακώνει τα κουρασμένα κι ηλιοκαμένα σώματα. Όμως, παρ’ όλο το κοψομέσιασμα και την κούραση, ποτέ δεν τους έλειπε το κέφι.

 

          Σε αντίθεση με πολλούς σημερινούς εργαζόμενους, που αν και εργάζονται λιγότερες  ώρες -και κάτω από πολύ καλλίτερες συνθήκες- και κερδίζουν και περισσότερα δεν ακούγεται από τα χείλη μας μια χαρούμενη κουβέντα. Τώρα, συνήθως, δουλεύουμε βουβοί με τα μάτια συνεχεία στραμμένα στο ρολόι....

 

Τότε, λοιπόν -που οι ώρες δουλειάς δεν ήσαν εφτά κι οκτώ, αλλά πάνω από δέκα και δώδεκα, πολλές φορές-, στις ατέλειωτες ώρες του θερισμού έλεγαν και κανένα τραγούδι. Άλλοτε, πάλι, προσπαθούσαν να διασκεδάσουν την κούρασή τους κάνοντας διάφορα αστεία και αθώα πειράγματα.

 

Ένα απ’ αυτά είναι και το παρακάτω: Αν καμιά φορά κάποιος κουραζόταν ή ήταν λίγο τεμπελάκος και έσερνε πιο αργά το δερπάνι[30] σε βάρος των άλλων θεριστάδων, οι άλλοι έκαναν λίγο υπομονή, αλλά αν το παράκανε οι άλλοι προχωρούσαν και τον άφηναν λίγο πίσω.

 

Έτσι, έμενε μπροστά του ένα κομμάτι αθέριστο και σχηματιζόταν ένα είδος μικρού αλωνιού, ώστε να καταλάβει πως τον πήρανε χαμπάρι και επομένως έπρεπε να σφιχτεί λιγάκι και να κάνει περισσότερο κουράγιο. Ταυτόχρονα δε του έλεγαν κοροϊδευτικά και τούτο το ευτράπελο τραγουδάκι:

 

                       «Έχω έ, βρ’ αμάν-αμάν, έχω  ένα περιβολάκι,

 

έχω ένα περιβολάκι στρογγυλό σαν αλωνάκι.

 

                     Έχει γύ, βρ’ αμάν-αμάν, έχει γύρω-γύρω αλτάνες,

 

                   έχει  γύρω-γύρω αλτάνες και στη μέση μαντζουράνες.

 

                               Έχει μια βρ’ αμάν-αμάν, έχει μια μηλιά στη μέση,

 

                             έχει μια μηλιά στη μέση που βεργολυγάει να πέσει.

 

                               Κάνει μη’ βρ’ αμάν-αμάν, κάνει μήλα σαν καρύδια,

 

                             κάνει μήλα σαν καρύδια, σκουληκιάρικα και λίγα...».

 

      

 

Σήμερα, οι  θεριστικές μηχανές κόβουν μαζί με τα στάχυα και ένα μόνο μέρος από την καλαμιά. Παλαιότερα, όμως, τις καλαμιές προσπαθούσαν να την κόψουν όσο πιο χαμηλά μπορούσαν, αν ήταν δυνατό σύρριζα, γιατί τη χρειάζονταν για τη  χειμωνιάτικη τροφή των αλόγων. Έτσι, σε κάθε δρεπανιά, διπλωνόταν όλο και πιο κάτω η μέση τους.

 

          Εδώ να προστεθεί πως, στο Θεολόγο αν και θέριζαν περισσότερο οι γυναίκες, παρά οι άνδρες, εν τούτοις η λέξη συναντάται περισσότερο στο αρσενικό γένος και όχι στο θηλυκό. Λένε θεριστής και θεριστές-θεριστάδες. Η λέξη θερίστρια, όπως και θερίστρες-θερίστριες δε χρησιμοποιείται σχεδόν καθόλου. Σε αντίθεση με άλλες περιοχές. Τελευταία, μάλιστα, την είδα γραμμένη και σε πίνακα ζωγραφικής στο Περιστύλιο τής Βουλής. Πρόκειται για το έργο «Οι Θερίστριες», του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου (1878-1974). 

 

Οι γυναίκες που θέριζαν φορούσαν μακριά φουστάνια μπλούζες μακρυμάνικες και στο κεφάλι τους, συνήθως, άσπρες μαντίλες. Οι άνδρες, στη συνηθισμένη αμφίεσή τους, πρόσθεταν και ένα ψάθινο καπέλο και –την ώρα που έδεναν τα δεμάτια- μια ποδιά πέτσινη ή από καραβόπανο. Το ‘’ψαθάκι’’ ήταν απαραίτητο και για τα παιδία, τις ώρες που βρισκόταν ψηλά ο καυτός ήλιος.

 

Τα στάχυα που έκοβαν οι θεριστές τα έκαναν μάτσο στο ένα τους χέρι και τα έδεναν πρόχειρα με δυο-τρεις καλαμιές απ’ το ίδιο στάρι ή κριθάρι που θέριζαν. Τα μάτσα αυτά τα έλεγαν χεράδεςχερόβολα) και τις τοποθετούσαν κάτω χιαστί, τη μία πάνω στην άλλη, βάζοντας τα στάχυα πότε προς το ένα και πότε προς το άλλο μέρος. Όμως, τα στάχυα της πρώτης χεράδας έπρεπε να βλέπουν πάντα προς τα μπρος και λίγο αριστερά, όπως έβλεπε η μύτη του δρεπανιού.

 

          Πέντε-έξι  χεράδες μαζί σχημάτιζαν ένα λυμάρι. Στη συνέχεια ένας άνδρας έδενε τα λυμάρια σε δεμάτια[31]. Τα δεμάτια δένονταν  με τα δεματικά, τα οποία γίνονταν από στριμμένες καλαμιές σίκαλης (βρίζας), οι οποίες γίνονταν πιο ψηλές και πιο γερές απ’ αυτές του σταριού, του κριθαριού κ.λπ.

 

Τα περισσότερα δεματικά ετοιμάζονταν λίγες μέρες πριν αρχίσει το θέρος ή τις Κυριακές μετά την εκκλησία. Πρώτα, έβαζαν τις βρίζες για λίγες ώρες μέσα σε νερό, στη συνέχεια τις πατούσαν, για να μαλακώσουν κάπως και μετά τις έστριβαν και γίνονταν σαν χοντρή κοτσίδα.

 

           Μετά το δέσιμο,  τα δεμάτια φορτώνονταν στα ζώα έξι οκτώ μαζί -ανάλογα με το μέγεθος τους, αλλά και την αντοχή του ζώου- και μεταφέρονταν στο θημωνοστάσι, στο χώρο δηλαδή που στηνόταν η θημωνιά. Το κουβάλημα των δεματιών, πολλές φορές, γινόταν από τα παιδιά. Στα άλογα που μετέφεραν τα δεμάτια από το χωράφι στο θημωνοστάσι –λίγο πριν τα φορτώσουν κι ώσπου να τα ξεφορτώσουν-, τους φορούσαν τις μουτσούνες.[32] 

 

Θυμάμαι, πηγαίναμε πεζή με φορτωμένα τα μουλάρια μισή, μία ή και περισσότερη ώρα δρόμο, ως το θημωνοστάσι. Εκεί, τα ξεφορτώναμε γρήγορα - γρήγορα και τα αφήναμε σε μία άκρη -για να τα θημωνιάσει το βράδυ κάποιος μεγαλύτερος- και φεύγαμε για το χωράφι, καβάλα και πολλές φορές καλπάζοντας, για να ξαναφορτώσουμε και πάλι απ’ την αρχή...

 

          Κατά τη μεταφορά, μερικές φορές, αν το φορτίο δεν ήταν καλά μισομιρασμένο,  το σαμάρι του ζώου έγερνε προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά. Τότε, για να ισορροπήσει  έπρεπε να προστεθεί μια πέτρα από την άλλη πλευρά. Αν, καμιά φορά, δεν γινόταν έγκαιρα  αντιληπτό, το σαμάρι γύριζε ανάποδα και τότε ακολουθούσε μία μικρή τραγωδία, αν, μάλιστα, ο κουβαλητής ήταν μικρό παιδί...

 

          Μια φορά θυμάμαι, πήγαινα  στη «Κοκορέτσα» να φορτώσω δεμάτια. Λίγο πιο κάτω από την Αγία Σωτήρω είδα να γέρνει το σαμάρι -δεν θυμάμαι ποιανού ήταν το ζώο- και στην κορυφή ένα φίδι να προσπαθεί να βγει μέσα από τα δεμένα στάχυα! Φαίνεται πως είχε τρυπώσει κάτω από κανένα λυμάρι και εκείνος που έδεσε τα δεμάτια δεν το αντιλήφθηκε και  πήρε μαζί και το φίδι!! 

 

Το είπα στον κουβαλητή και το σκότωσε. Στην επιστροφή είδα πως, το είχε  κρεμάσει και σε μια ελιά, δίπλα στο δρόμο! Οι θημωνιές πιο παλιά στήνονταν στα Αλώνια, που βρίσκονταν στην είσοδο τού χωριού -μπαίνοντας από τα δυτικά-, εκεί που είναι σήμερα η εκκλησία, το ηρώο και το γήπεδο. Ήσαν ιδιόκτητα, γι΄ αυτό και κάθε χρόνο, όλοι τις τοποθετούσε πάντα στο ίδιο μέρος.

 

Έβαζαν τα δεμάτια το ένα πάνω στο άλλο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πέφτουν, αλλά και να μοιάζουν σαν δίριχτες σκεπές. Έτσι κι’ αν έβρεχε, καμιά φορά -αν και σπάνιες οι βροχές αυτή την εποχή- να έφευγε το περισσότερο νερό έξω από τη θημωνιά. Όμως, αν έβρεχε πάρα πολύ και μούσκευαν τα δεμάτια, πριν αλωνιστούν έπρεπε ν’ απλωθούν πρώτα να στεγνώσουν, γιατί διαφορετικά μαύριζε ο καρπός.

 

Είπα πως δεν έβρεχε αυτή την εποχή, όμως, μια χρονιά, πριν από πολλά χρόνια –όπως έλεγε ο πατέρας μου- είχε χιονίσει μήνα Ιούνιο! Εκείνη τη χρονιά, είχαν κατέβει λύκοι από απ’ τα βουνά και στην προσπάθειά τους να βρουν τροφή ξεσκεπάσουν τα σκεπασμένα με το χιόνι δεμάτια, νομίζοντας πως ήσαν πρόβατα!    

 

Τοποθετούσαν τα δεμάτια κι’ έστηναν τις θημωνιές, γύρω-γύρω, έτσι που στη μέση να μένει κενός χώρος, το κοινό αλώνι, όπου λίγο αργότερα θα γινόταν το αλώνισμα.  Εδώ πρέπει να πούμε, πως το χωριό μας στάθηκε πολύ τυχερό, που μέσα σε τόσα χρόνια, με τόσες πολλές θημωνιές μαζεμένες στην «αυλή του χωριού», δεν πήρανε φωτιά καμιά φορά. Φαντάζεται κανείς τι είχε να γίνει!!

 

Θυμάμαι κάποτε, πήγαινα τότε στο δημοτικό σχολείο και είχαμε διάλειμμα. Εκεί που είναι το σπίτι του Γιάννη του Σπύρου Αγγέλου, έξω στο δρόμο, κάποια γυναίκα είχε μαζέψει μερικά σκουπίδια και τους είχε βάλει φωτιά. Σε λίγο ξεπρόβαλε, από τη στροφή του δρόμου, ένα γαϊδουράκι φορτωμένο δεμάτια.

 

Το αφεντικό του θα ερχόταν, μάλλον, πιο πίσω. Περνώντας το ζωντανό από εκεί, τα δεμάτια πήραν φωτιά και άρχισε να τρέχει, σαν τρελό, προς τις θημωνιές. Φτάνοντας μπροστά στο μαγαζί του Κώστα του Μπασούκου, σαν «απομηχανής θεός» βρέθηκε, αν θυμάμαι καλά, ο γεροδεμένος Χαράλαμπος Κουλόγιαννης - Μακές, ο οποίος με μια κλοτσιά αναποδογύρισε το μικρόσωμο ζώο.

 

Δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς τι θα συνέβαινε αν λαμπαδιασμένο, όπως ήταν το ζώο, έμπαινε μέσα στα στενά δρομάκια, που υπήρχαν ανάμεσα στις θημωνιές, τρέχοντας απεγνωσμένα για να σωθεί. Μαζί με τις θημωνιές θα καιγόταν και ολόκληρο το χωριό. Το περιστατικό αυτό το θυμάμαι και τώρα καμιά φορά και –αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια- με πιάνει σύγκρυο... Από τότε που το αλώνισμα γίνεται με μηχανές οι θημωνιές τοποθετούνται απέναντι, στην «Καμάρα», κάτω από το λόφο Σήμαντρο.

 

          Ξέχασα να αναφέρω πως το θέρισμα άρχιζε πρωί με τη δροσούλα. Όταν ο ήλιος ανέβαινε λίγο ψηλά, τα μάτια όλων άρχιζαν να φλερτάρουν με το πεύκο ή την ελιά που ήσαν κρεμασμένα τα ταγάρια με τα προσφάγια. Ο νοικοκύρης που ήξερε πώς μετά το φαγητό οι θεριστάδες βάραιναν κάπως και δεν απόδιδαν όπως πρώτα, προσπαθούσε με κανένα αστείο να τους καθυστερήσει λίγο.

 

Στο τέλος τους έλεγε : «ιλέτι πιδιά, κουράγιου να βγάλουμι κι τούτουν  τουν έργου κι πάμι για κουλατσό». «Έργος» λεγόταν το κομμάτι του χωραφιού που οι θεριστάδες έπαιρναν μπροστά, για να το θερίσουν, τοποθετημένοι σε παράταξη ο ένας πλάι στον άλλο. Το κολατσιό, που ήταν συνήθως ελαφριά τροφή, γινόταν στα πεταχτά και γρήγορα έπιαναν πάλι τα δρεπάνια.

 

Το μεσημεριανό γεύμα ήταν κανονικό φαγητό. Τώρα  προσφερόταν  και λίγο κρασί για να στυλωθούν λίγο οι εργαζόμενοι. Ακολουθούσε μικρή ανάπαυλα που πολλοί έπαιρναν και κανένα  υπνάκο, για να ξεκουράσουν λίγο τα ταλαιπωρημένα κορμιά τους.

 

Το βραδινό φαγητό γινόταν στο σπίτι του νοικοκύρη, αλλά, πολλές φορές, αν το χωράφι ήταν μακριά, ο κάθε εργαζόμενος έπαιρνε και καμιά κουβέρτα μαζί του και κοιμόντουσαν όλοι εκεί, για να είναι την άλλη μέρα νωρίς στο χωράφι και να αρχίσουν πρωί-πρωί τη δουλειά. Έτσι, γλίτωναν και –το πήγανε έλα- την κουραστική αυτή  πεζοπορία.

 

Καμιά φορά, μέσα στο κατακαλόκαιρο, φυσούσε ένας «τρελός» αέρας, σαν σίφουνας, που σήκωνε και σκορπούσε –στους τέσσερις ανέμους- και ολόκληρα λυμάρια. Λένε πως, αυτός ο τρελός ανεμοστρόβιλος, ήσαν ξωτικά και νεράιδες, γι’ αυτό οι γυναίκες που θέριζαν –για να τις καλοπιάσουν, να τις ξορκίσουν και να φύγουν μακριά – έλεγαν: «μέλι γάλα στο γιαλό, μέλι γάλα στο γιαλό». Ότι στο γιαλό, δηλαδή, υπήρχε μέλι και γάλα –που τους άρεσαν πολύ- και έτσι θα έφευγαν και θα πήγαιναν να πέσουν στη θάλασσα...

 

Όμως, τα μικρά παιδιά, τα αγόρια που τους άρεσε αυτός ο σαματάς, όταν δεν τα άκουγαν οι μεγάλοι, για να τα μαλώσουν, έλεγαν φωναχτά: «π....άνες-ρουφιάνες, π...άνες-ρουφιάνες», για να συνεχίσουν το «διασκεδαστικό» έργο τους και να απολαύσουν αυτό το «πανηγύρι»...     

 

Το βράδυ της τελευταίας μέρας του θερισμού, μετά το φαγητό, η νοικοκυρά προσέφερε πάλι τηγανίτες, σε όλους όσους είχαν λάβει μέρος στην συγκομιδή των καρπών, των γεννημάτων όπως τα έλεγαν. Καμιά φορά, η σύναξη αυτή κατέληγε σε γλέντι τρικούβερτο… Τα παιδιά, πάντα,  περιμέναμε με λαχτάρα τη μέρα αυτή. Την τελευταία και ...πιο γλυκεία μέρα του θέρους.  

 

       

 

ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ

 

Όπως αναφέρθηκε και στο θέρος, ταυτόχρονα σχεδόν, με το θέρισμα γινόταν και το κουβάλημα των δεματιών στο θημωνοστάσι. Εκεί, αφού θημωνιάζονταν  έμεναν ακόμα μερικές μέρες, ως το αλώνισμα, για ν’ αποξηρανθούν τελείως,  από τα πύρινα βέλη του καλοκαιριάτικου ήλιου.

 

Τ’ αλωνίσματα γίνονταν τον Ιούλιο, γι αυτό τούτο το μήνα τον έλεγαν και Αλωνάρη. Πολλές φόρες, όμως, όταν οι θημωνιές ήτανε περισσότερες, ή αν ο καιρός δεν βοηθούσε κι ακόμα, αν μεσολαβούσαν έκτακτες υποχρεώσεις, το αλώνισμα συνεχιζόταν και τον Αύγουστο.

 

Προσπαθούσαν, όμως, να κάνουν τ’ αδύνατα δυνατά ώστε στις 23 Αυγούστου, στα (εν) Νιάμερα της Παναγίας, που γιορτάζει το χωριό, να είχαν κουβαληθεί όλοι οι καρποί στις αποθήκες και τα άχυρα στους αχυρώνες (αχυργιώνες, όπως τους λέμε στο Θεολόγο). Επίσης,  να είχαν περισσέψει και λίγες ακόμα μέρες, για να σκουπίζονταν οι δρόμοι και οι αυλές και να άστραφταν οι μάντρες και τα σοκάκια από το χιονάτο λευκό του ασβέστη.

 

          Το κάθε αλώνι το είχαν 3-4 ή και 5 ιδιοκτήτες μαζί. Όπως προαναφέρθηκε οι θημωνιές ήσαν έτσι τοποθετημένες, γύρω-γύρω, ώστε να μένει στο κέντρο αρκετός χώρος για το αλώνισμα. Ο κάθε γεωργός, που ήθελε ν’ αλωνίσει, έπρεπε από τις προηγούμενες μέρες  να ειδοποιήσει τους συνιδιοκτήτες του, για τη μέρα που χρειαζόταν το αλώνι. Επίσης, έπρεπε να βρει και τα απαραίτητα ζώα (τα περισσότερα ήσαν μουλάρια), που χρειάζονταν για το αλώνισμα. Κάθε ζώο -που ήταν συνήθως δανεικό- το συνόδευε και ένας άνδρας, ο Βαλμάς, όπως τον έλεγαν.   

 

          Την παραμονή το βράδυ, για καλό και για κακό, μήπως το ‘χε ξεχάσει κανένας, τοποθετούσαν στο μέσο του αλωνιού και ένα δεμάτι. Το δεμάτι αυτό ήταν σημάδι πως την άλλη μέρα εκεί κάποιος θ’ αλώνιζε. Δεν παρέλειπαν, όμως, να κάνουν και μια βόλτα, για να βρουν τους Βαλμάδες να τους το ξαναθυμίσουν. Σπανίως άκουγες κάποιον να λέει: «τι λες μουρέ, για αύριου είχαμι πει; Του είχα ντιπ ξιχάσ(ει)»...

 

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί, γύρω από το δεμάτι ,που είχε τοποθετηθεί από την πρώτη μέρα στο κέντρο του αλωνιού, όπως είπαμε, απλωνόταν όλη η θημωνιά ή η μισή, αν ήταν πολύ μεγάλη και δεν την χώραγε το αλώνι. Μετά έκοβαν τα δεματικά, που ήσαν δεμένα τα δεμάτια. Πολλές φορές, μερικοί δεν τα έκοβαν, αλλά τα έλυναν και τα έπαιρναν για να τα  ξαναχρησιμοποιήσουν την άλλη χρονιά, για να δέσουν τους βίκους και τα σανά, που γίνονται πιο γρήγορα και η σίκαλη δεν είχε προφτάσει ακόμα να ωριμάσει.

 

Έπειτα απ’ αυτό έδεναν τα ζώα από τις καπιστράνες[33],  διαδοχικά, το ένα κοντά στο άλλο και όλα ήσαν έτοιμα για τον «μεγάλο αγώνα».

 

 Το μικρό –αλλά γερό- σκοινί που έδεναν, ανά δύο, τα ζώα από τις καπιστράνες το έλεγαν ζευγαρωτή (από το ζευγαρώνω, συνδέω ανά δύο).Το ίδιο ένωμα, φυσικά, γινόταν και στο όργωμα, για να μην απομακρύνεται το ένα ζώο από το άλλο. 

 

          Στη συνέχεια ένας άντρας έμπαινε και στεκόταν στο κέντρο του αλωνιού. Με το ’να του χέρι κρατούσε το καπίστρι,[34] από το πρώτο μουλάρι, που κοντά του είχαν δεθεί τα υπόλοιπα και με το άλλο το καμτσίκι. Συνήθως ένα σφύριγμα τού καμτσικιού στον αέρα ήταν αρκετό για να αρχίσουν τα άλογα να τρέχουν γύρω-γύρω.

 

          Σιγά-σιγά, με το πολύ πάτημα, άρχιζε να διαχωρίζεται ο χρυσός καρπός από τα στάχυα. Η πρώτοι γύροι γίνονταν αργά, με κάποια δυσκολία, γιατί βούλιαζαν τα πόδια των ζώων μέσα στα ανακατωμένα δεμάτια. Όμως, σε λίγο το αλώνισμα έστρωνε και το τρέξιμο των ζώων γινόταν γρηγορότερο. Σε πολλά χωριά συνέχιζαν έτσι ώσπου να τελειώσει το αλώνισμα. Στο Θεολόγο, όταν πατηθεί για λίγο το λιώμα[35], βγάζουν τα άλογα από το αλώνι και τους φοράνε τ’ αντοένια[36].

 

Ετούτο το κατασκεύασμα σερνόταν πίσω από τα ζώα ως εξής: Πρώτα φόραγαν στο ζωντανό τη λαιμαριά, ένα είδος στρογγυλού πέτσινου μαξιλαριού που το ‘δεναν γύρω από το λαιμό του. Από τους χονδρούς χαλκάδες, που υπήρχαν –δεξιά κι’ αριστερά- σ’ αυτό το «λαιμοδέτη», πιάνονταν με γάντζους δύο αλυσίδες που προχωρούσαν παράλληλα μέχρι τα πίσω πόδια του ζώου και κατάληγαν κι αυτές σε δύο άλλους μεγάλους χαλκάδες.

 

Οι χαλκάδες αυτοί πιάνονταν σε δύο χονδρούς γάντζους, που ήσαν στερεωμένοι, ο ένας στη μία κι ο άλλος στην άλλη άκρη ενός ξύλου, μισού μέτρου περίπου, που το έλεγαν τραβ(η)χτό.[37] Πάνω από τη ράχη του ζώου έμπαινε ένα είδος δερμάτινης ζώνης, η πανσέλα, που απλωνόταν προς τα πλευρά του και οι δυο της άκρες κατάληγαν σε δύο μικρούς γάντζους.

 

Απ’ τους γάντζους αυτούς πιάνονταν και στηρίζονταν οι δύο αλυσίδες, που προαναφέραμε, για να στέκονται σε ένα ορισμένο ύψος και να μη μπερδεύονται  στα πόδια των αλόγων. Στο όργωμα που τα ζώα είναι δύο, οι γάντζοι των δυο τραβηχτών προσαρμόζονται στα δυο άκρα –ενός ξύλινου κατασκευάσματος- της παλάντζας και στη συνέχεια, με το γάντζο που βρισκόταν στο κέντρο της, συνδεόταν με το αλέτρι.

 

          Αλλά, ας συνεχίσουμε με το αλώνισμα. Τα ζώα έμπαιναν πάλι στο αλώνι, σέρνοντας πίσω τους τα αντοένια και πάνω σ’ αυτά ανέβαινε κι από ένας  Βαλμάς. Το να τρέχουν τα μουλάρια και να στέκεσαι όρθιος πάνω στ’ αντοένι δεν είναι και  πολύ εύκολη δουλειά. Ο πρώτος αναβάτης που οδηγούσε την «κούρσα» κρατιόταν από το καπίστρι του πρώτου ζώου. Οι άλλοι, διαδοχικά, ο καθ’ ένας από το πουκάμισο ή τη φανέλα του μπροστινού τους αναβάτη.

 

Εμείς, τα παιδιά, που ανεβαίναμε, καμιά φορά, για να ξεκουράσουμε τους μεγαλύτερους, δέναμε και ένα σκοινί στον χαλκά του αντοενιού, για να στηριζόμαστε  καλύτερα. Άλλοι πάλι, μερικές φορές, κρατιόνταν κι από τις ουρές των ήμερων αλόγων. Τα πολύ μικρά παιδιά που έμπαιναν για να κάνουν «καβάλα» στα αντοένια, κάθονταν ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων και κρατιόντουσαν από τα πόδια τους δίχερα…

 

Έπειτα από αρκετό τρεχαλητό φαινόταν πως είχε τελειώσει το αλώνισμα, αλλά, ως συνήθως τα φαινόμενα απατούν. Αυτό είχε γίνει μόνο στο πάνω μέρος. Τότε σταματούσαν, για λίγο, τα ζώα να ξεκουραστούν και οι βαλμάδες έπαιρναν τα δικούλια[38]και γύριζαν το λιώμα, έτσι που να έρθει το πάνω κάτω και το κάτω πάνω.

 

Δεν ανάφερα πως, στην αρχή που έδεναν τα ζώα, το ένα δίπλα στο άλλο, πρόσεχαν να βάλουν πρώτο ένα υπάκουο μουλάρι -για να πηγαίνει πάντα εκεί που ήθελε ο οδηγός του- και προς το τέλος ζώα που έτρεχαν περισσότερο, συνήθως τα άλογα και τις φοράδες[39]. Και τούτο γιατί, όπως είναι φυσικό, τα πρώτα ζώα έκανε μικρούς κύκλους, ενώ τα υπόλοιπα, όσο προχωρούσαν  προς τα έξω, όλο και μεγάλωναν οι κύκλοι και το τελευταίο έκανε τον μεγαλύτερο και έπρεπε να τρέχει περισσότερο.

 

Γι αυτό, πολλές φορές, άλλαζαν θέση στα ζώα ή τα γύριζαν να τρέχουν αντίστροφα. Μ’ αυτό τον τρόπο ερχόταν το τελευταίο πρώτο και το πρώτο τελευταίο. Έπειτα από λίγο τα ξαναγύριζαν, όπως πρώτα. Κατά την ώρα του αλωνίσματος συνέβαιναν και ορισμένα κωμικοτραγικά  γεγονότα. Μπορούσε ξαφνικά ένα από τα παιδιά που ήταν πάνω στο αντοένι να χάσει την ισορροπία του και να πέσει κάτω.

 

Με το πέσιμο, βέβαια, δεν υπήρχε μεγάλος φόβος να χτυπήσει, πέφτοντας πάνω στο λιώμα και το θέαμα αυτό ήταν κάπως κωμικό. «Φύγι  ‘’κιρατά’’ γλήγουρα  απού κει», ακουγόταν κάποια φωνή. Το παιδί πεταγόταν σα σίφουνας έξω από τ’ αλώνι και όλοι γελούσαν με το πάθημά του.

 

Αν, όμως, καμιά φορά, δεν πρόφταινε να φύγει γρήγορα, τότε υπήρχε κίνδυνος – στον επόμενο κύκλο- να το προλάβαιναν και να το τσαλαπατήσουν τα ζώα ή να τρόμαζαν και να σταματούσαν απότομα και να αυτοί που ήσαν πάνω στ’ αντοένια, με το ξαφνικό ΄΄φρενάρισμα΄΄, να έπεφταν πάνω στα άλογα. Και μερικά απ’ αυτά ήταν τσαμούσικα και κλότσαγαν άσχημα, «χτπάγανι κι τ’ δικάρα στουν αέρα», όπως έλεγαν.

 

Πολλές φορές, την ίδια μέρα, γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα αλωνίσματα, στον ευρύτερο χώρο των αλωνιών. Κι από τις διάφορες «κομπανίες» άκουγες να λέγονται διάφορα ευτράπελα, για να διασκεδάσουν και λίγο την κούρασή τους, ώσπου να τελειώσει το αλώνισμα, μέσα στη  «μακριές καλοκαιριάτικες μέρες».

 

 Έτσι, καθώς έτρεχαν τα άλογα στους μονότονους κύκλους τους, κάποιες φωνές  υψώνονταν πάνω από τις άλλες και έλεγαν : «Πω-πω-πω-πω-πω κι τι θα γίν(ει) σήμιρα». «Άλλα τρε , άλλα τρε». «Α μαρή -μαρή- μαρή κι κλάσι μια πουρδή!».

 

Ή «κρυονέρ(ι), κρυουνέρ(ι), κρυουνέρ(ι) απ’ τον Αι’ Στέφανου».[40]

 

 Βέβαια, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν ψυγεία.

 

          Κι εμείς, τα μικρά παιδιά εκείνης της εποχής, τρέχαμε με τα κανάτια και τους ματαράδες[41], να φέρουμε φρέσκο νερό από τη «Γνέτζα» και τα «Κλήματα»,[42]για να δροσιστούν τα φλογισμένα, από τον καλοκαιριάτικο ήλιο, κορμιά. Γύρω στις  δέκα η ώρα, σε μια μικρή ανάπαυλα, είχαμε μια γλυκιά απόλαυση. Φτάνανε σε μεγάλες πιατέλες ή ταψιά φρεσκοψημένες τηγανίτες περιχυμένες με μπόλικο μέλι ή ζάχαρη και ουζάκι για τους μεγαλύτερους. Ώσπου να πεις κύμινο είχαν απομείνει μόνο τα πιρούνια στις πιατέλες...

 

Ένα νέο γιούρια, πάλι, ως τη μία περίπου το μεσημέρι. Τώρα τα ζώα ξεζεύονταν και οι μεγάλοι πήγαιναν στο σπίτι του νοικοκύρη για φαΐ. Τα παιδιά, αφού τρίβαμε πρώτα τα μουσκεμένα, απ’ τον ιδρώτα, πλευρά των αλόγων με άχυρα, για να στεγνώσουν λίγο, τα πηγαίναμε για πότισμα και στη συνέχεια τους ρίχναμε να φάνε σανό. Μετά τρέχαμε κι εμείς στο σπίτι, καθόμαστε γύρω-γύρω σε ένα σοφρά και η νοικοκυρά έβαζε και σε μας να φάμε.

 

Πριν καλά-καλά αρχίσουμε, είχαμε κιόλας τελειώσει. Σκουπίζαμε και το πιάτο μας με μια μπουκιά ψωμί και φεύγαμε, πάλι, τρεχάλα για τ’ αλώνι. Το μεσημεριανό φαγητό τη μέρα του αλωνίσματος, εκτός από τα καλοκαιριάτικα ζαρζαβατικά, συνήθως ήταν μακαρόνια -φτιαχτά στο χέρι- και κόκορας καπαμά. Για να επαληθευτεί και το «ρηθέν» της λαϊκής παροιμίας, που είναι κι εδώ γνωστό: «πίττα κότα του Γιννάρ(η), Πιτεινό τουν Αλουνάρ(η)».   

 

Για τους μεγάλους, τούτο το γεύμα γινόταν αργά, χαλαρά και συνεχιζόταν με κουβεντολόι. Ήταν σκόπιμη αυτή η καθυστέρηση, γιατί ήθελαν να κατηφορίσει λίγο ο καυτός ήλιος και ν’ αποφύγουν, όσο ήταν δυνατό, τις κάθετες μεσημεριάτικές  ακτίνες του. Λίγες ώρες ακόμα και το αλώνισμα τέλειωνε.

 

Τώρα, τα παιδιά έπαιρναν τα μουλάρια σέρνοντας πίσω τους τ’ αντοένια και τα πηγαίνανε στα σπίτια τους. Οι μεγάλοι μάζευαν το λιώμα σ’ ένα μακρόσυρτο σωρό, που τον έλεγαν λαμνί. Στο λαμνί έδιναν μια ιδική κατεύθυνση, ώστε τη νύχτα, που θα έπιανε το δροσερό (α)πόγειο και θα άρχιζε και το νέο «γιουρούσι», το ξανένισμα, να μην πηγαίνει το άχυρο πάνω στα κεφάλια αυτών που θα ξανέμιζαν.[43] 

 

Στην αρχή το ξανέμισμα γινόταν με τα καρπολόγια.[44]  Όταν άρχιζε λοιπόν το αεράκι, έπαιρναν με τα καρπολόγια μια ποσότητα από το αλωνισμένο λιώμα και το πετούσαν δύο-τρία μέτρα ψηλά. Τότε με το βοήθεια του αέρα, ο καρπός (που ήταν πιο βαρύς) έπεφτε κάτω στο ίδιο μέρος, ενώ το άχυρο (ως ελαφρύτερο) παρασυρόταν λίγο πιο πέρα. 

 

Προς το τέλος του ξανεμίσματος, όταν απομακρυνόταν το πιο πολύ άχυρο, το καρπολόι δεν εξυπηρετούσε πια, γι’ αυτό το λίκνισμα συνεχιζόταν κατά τον ίδιο πάντα τρόπο, αλλά με ξύλινα φτυάρια.[45] Το ξημέρωμα –στο χώρο που ήταν το λαμνί- έβλεπε κανείς δύο σωρούς. Ένα μικρότερο, που ήτανε ο καρπό και ένα μεγαλύτερο, το άχυρο.

 

Συνήθως, πάνω στο σωρό του σταριού υπήρχαν και κάποια υπολείμματα από καλαμιές και κεφαλάρια,[46] τα οποία απομακρύνονταν περνώντας τον καρπό από το δερμόνι[47]. Επίσης, με ένα μικρό κόσκινο ξεχώριζαν τους σπασμένους αλλά και τους αψώμωτους σπόρους (που δεν έχουν ψωμώνω, μεστώνω καλά), τα σκύβαλα, όπως τα έλεγαν και προορίζονταν για τροφή των πουλερικών. Μετά από αυτό έβαζαν τον καρπό στα τσουβάλια και τον μετέφεραν στις αποθήκες και στ’ αμπάρια.[48]  

 

Για το καλό μάζεμα των σπόρων από το αλώνι -όπως και για τις χωμάτινες αυλές- χρησιμοποιούσαν σκούπες σκληρές, που έφτιαχναν οι αγρότες μόνοι τους από θυμάρια και αστοφιές.[49] Αν υπήρχε υποψία για υγρασία, τότε, ο καρπός έμενε, για μερικές μέρες ακόμα, στα τσουβάλια ή -σε καμιά γωνιά του σπιτιού- γινόταν ένας καινούριος σωρός κι αν ήταν δυνατό, σε χώρο που να τον έβλεπε και λίγο ο ήλιος.

 

Στ’ αμπάρια έμπαινε όταν είχε στεγνώσει πολύ καλά.

 

  Αργότερα, πριν το στάρι πάει στο μύλο, για να γίνει αλεύρι, το έπλεναν και το στέγνωναν πάνω σε καθαρά σεντόνια.Το ξανέμισμα, συνήθως, γινόταν από τις κοπέλες, που είχαν πάρει μέρος στο θέρος.

 

Να προστεθεί ακόμα πως, αν καμιά φορά –κατά την ώρα του ξανεμίσματος- είχαν την ατυχία να ξεσπάσει καμιά μπόρα, ΄΄τρίχιαζαν’’ το λαμνί. Μόλις, δηλαδή, έβλεπαν σύννεφα «βουρκωμένα» στον ουρανό, έπαιρναν ξύλινα στυλιάρια και χτυπούσαν το μακρόσυρτο σωρό, για να χαμηλώσει και να μικρύνει λίγο ο όγκος του.

 

 Έπειτα τέντωναν πάνω από το λαμνί ένα χονδρό και μακρύ σκοινί, μια τριχιά –από εδώ και το τρίχιασμα- και προσπαθούσαν να το χτυπήσουν ακόμα περισσότερο, για να ταρατσωθεί κάπως η επιφάνειά του και να μην εισέρχεται μέσα το νερό. Μετά τη νεροποντή, αφαιρούσαν  το πάνω-πάνω λιώμα, που ήταν βρεγμένο και το άπλωναν παράμερα να στεγνώσει. Στη συνέχεια, άρχιζαν το ξανέμισμα, απ’ αυτό που δεν είχε προφτάσει να εισχωρήσει μέσα το νερό και ήταν στεγνό.

 

Εδώ, θ’ ανοίξω μια παρένθεση, για ν’ αναφέρω ένα άλλο κωμικοτραγικό γεγονός, που συνέβη πριν πολλά χρόνια. Πρέπει να ήταν 10 Αυγούστου του 1933. Οι γονείς μου είχανε αλωνίσει εκείνη τη μέρα και την ώρα του ξανεμίσματος άρχισαν να εμφανίζονται, από τη μεριά της Δέλφης και της Στενής, μεγάλα μαύρα σύννεφα, σημάδι πως, από ώρα σε ώρα, μπορούσε να ξεσπούσε και νεροποντή.

 

Εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, τη μάνα μου -που ξανέμαγε  παρέα με άλλες κοπέλες- την έπιασαν πόνοι. Ήταν έγκυος και θα έφερνε στον κόσμο το όγδοο παιδί της, πέμπτο στη ζωή, αφού είχε χάσει άλλα τρία. Ο γράφων ήταν ακόμα αγέννητος. «Τάσου πάου στου σπίτ(ι)» -λέει στον πατέρα μου- «έχου κάτ(ι) πόν(ου)ς, νουμίζου πως θα γιννήσου...».

 

Φορτισμένος ο πατέρας μου, από όλη αυτή την κατάσταση, μη ξέροντας τι να κάνει, για να περισώσει τους κόπους μιας χρονιάς, σα να μην είχε καταλάβει, να μην είχε συνειδητοποιήσει τι καλά-καλά του είχε πει, της λέει : «Τι είνι αυτά π(ου) λες τώρα, δε βλέπ(ει)ς ιδώ το γ-κιρό, θα μας πάει ούλου του στάρ(ι) στου Μιγάλου Ρέμα κι συ μ(ου) λες θα γιννήσεις; Δεν είνι ώρα για γέννις, περίμενε να ξανεμίσουμι πρώτα!!!».

 

          Φαντάστηκε πως η συμβία του ανάφερε για γέννα, ίσως, γιατί είχε κουραστεί και ήθελε να πάει στο σπίτι να ξεκουραστεί λίγο; Δεν τον ρώτησα πότε, για να δω τι θα έλεγε. Πάντως, κάθε φορά που μας το διηγούταν η μάνα μου αυτό το περιστατικό, σκάγαμε όλοι στα γέλια, όπως κι εκείνος, άλλωστε, αλλά κάπως πιο συγκρατημένα.

 

          Βέβαια, εκ πρώτης όψεως, η απάντηση που έδωσε, τότε, ο πατέρας μου φαίνεται φαιδρή, για να μην πω «τρελή». Όμως, παρατηρώντας τα πράγματα από μιαν άλλη σκοπιά, βλέπουμε πως, η θέση του ήταν τραγική. Τα αλώνια ήσαν στην είσοδο του χωριού -ερχόμενοι από τη Χαλκίδα-, εκεί που είναι σήμερα ο Άγιος Κωνσταντίνος, το Ηρώο και το γήπεδο.

 

Ο πατέρας μου έσπερνε πολλά δημητριακά. Το στάρι μόνο, πολλές φορές, ξεπερνούσε τις 20 τάλιες. Έτσι, εύκολα γίνεται αντιληπτό πως, σε μια επερχόμενη νεροποντή, όλο αυτό το βιος, όντως, θα πήγαινε στο Μεγάλο Ρέμα[50],που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τ’ αλώνια. Η φόρτισή του, λοιπόν, ήταν πολύ μεγάλη, γι’ αυτό και δεν πρέπει, πιστεύω, να πάρουμε τα λόγια του τοις μετρητοίς... 

 

Κάτω από τέτοιες συνθήκες εργάζονταν οι ταλαίπωρη και πάντα αδικημένοι -κι από την πολιτεία παραμελημένοι- γεωργοί. Φυσικά, δεν υπάρχει σύγκριση με τους σημερινούς αγρότες, που έχουν κι αυτοί τα προβλήματά τους, αλλά σπέρνουν, θερίζουν κι αλωνίζουν με μηχανές και σε πολλών τις αυλές υπάρχουν εκτός από το τρακτέρ, το φορτηγό και η κούρσα...

 

Αλλά ας κλείσουμε την παρένθεση κι ας συνεχίσουμε με το αλώνισμα.                        

 

Τα καλαμπόκια, ιδικά, δεν τα αλώνιζαν. Αφού τα ξεφλούδιζαν πρώτα, μετά τα χτυπούσαν με τον κόπανο.[51] Στη συνέχεια, για να τα ξεσπυρίσουν καλύτερα έτριβαν το ένα βότσι[52] πάνω στο άλλο, ώσπου να πέσουν όλοι οι σπόροι από πάνω τους. Μετά το κουβάλημα των καρπών στις αποθήκες, έπαιρνε σειρά το άχυρο.

 

Η μεταφορά  του στον αχυργιώνα (αχυρώνα) γινόταν με μεγάλα τσουβάλια -που μερικά τα έφτιαναν από μεγάλες κουρελούδες ή χονδρά σεντόνια-, όπως  και με κάτι ξύλινα κατασκευάσματα, που τα έλεγαν γιώργαθα ή γιώργαντνα. Ένα από τα επόμενα απογεύματα, όλες οι γυναίκες, που είχαν πάρει μέρος στο θέρος και στο ξανέμισμα, μαζεύονταν στο σπίτι του νοικοκύρη, φέρνοντας μαζί τους και τα απαραίτητα τσουβάλια, για να πάρουν τον καρπό του κόπου τους.

 

Συνήθως, η νοικοκυρά είχε έτοιμη τη ζύμη...  Ώσπου να γίνουν οι τηγανίτες, ένα παιδί σκαρφάλωνε σε μία μουριά και πριν την ταρακουνήσει, οι κοπέλες κρατούσαν –από κάτω- τεντωμένο ένα καθαρό σεντόνι και μέσα σε λίγα λεπτά, είχε μαζευτεί μια γεμάτη λεκάνη μούρα, που θα τα γεύονταν μαζί με τις λαχταριστές τηγανίτες. Έτσι τέλειωνε ο κύκλος : σπορά, θέρος αλώνισμα.

 

          Όμως, στη Γεωργία τα πράγματα δεν ήσαν –όπως δεν είναι και σήμερα- πάντα ρόδινα και εύκολα. Συνέχεια, από την πρώτη μέρα ως την τελευταία υπήρχε η αγωνία και ο φόβος, αν βρέξει ή αν δεν θα βρέξει, αν θα  χιονίσει, αν θα ρίξει χαλάζι και γενικά αν κάνει καλό καιρό, για ν’ ανταμειφθεί κι ο αγρότης, για τους κόπους του.

 

      Γι αυτό και μαχόταν και αγωνιζόταν, πολλές φορές, με όλα τα στοιχεία τής φύσης, ως την τελευταία στιγμή που θα έβαζε όλες τις σοδειές του στις αποθήκες του...

 


 

[1] Συλλογές πρωτογενούς λαογραφικού υλικού, από διάφορες περιοχές της Εύβοιας, όπως μας πληροφορεί ο Μ. Γ. Βαρβούνης (Α.Ε.Μ., τόμος Λ΄, σελ. 15-25), υπάρχουν πολλές στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Βαρβούνης αναφέρει ακόμα, πως μέσα σε τούτες τις συλλογές διαπιστώνονται και αντιγραφές των συλλογέων από παλαιότερες έντυπες εργασίες λαογραφικού υλικού.

 

[2] Από τα δύο Ευβοϊκά γλωσσικά ιδίωμα, το βόρειο και το νότιο, στο χωριό μας μιλιότανε (και μιλιέται και σήμερα εξελιγμένο προς την κοινή νεοελληνική) το βόρειο. Έχει δηλαδή τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν το βόρειο ιδίωμα, το οποίο μοιάζει με τα ιδιώματα της Στερεάς και της Θεσσαλίας.

Βασικά χαρακτηριστικά στο βόρειο ιδίωμα είναι:  Η αλλοίωση των άτονων φωνηέντων και διφθόγγων, η περικοπή των άτονων καταλήξεων, η μετατροπή του ε (έψιλον) και του αι (άλφα γιώτα) σε ι (γιώτα), του ο (όμικρον) και του ω (ωμέγα) σε ου, η σύντμηση λέξεων κ.λπ. Στα φύλλα 9ο και 10ο του «Σήμαντρου» είχαν δημοσιευθεί δύο Γράμματα μου («Ατυχίες» και «Έλα να δεις») στα οποία διαφαίνεται κατά προσέγγιση το γλωσσικό ιδίωμα του χωριού μας. Και, λέω κατά προσέγγιση, αφού οι Θεολογίτες δεν μιλάνε όλοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.   

 

[3] Στην απογραφή τού 1852 το χωριό μας είχε 52 κατοίκους (η Χαλκίδα 5.282 και από τα γύρω χωριά: ο Μίστρος 331, ο Πούρνος 37 και ο Γέροντας 22 άτομα. Ενώ, η Ερέτρια είχε 200 άτομα. Ο κοντινός μας Πισσώνας δεν αναφέρεται καθόλου σ’ εκείνη την απογραφή. Όμως, το 1845 αναφέρεται στο Δήμο Ληλαντίων, στο νούμερο 26, όπως και αργότερα). Εκατό χρόνια αργότερα, στην απογραφή τού 1951, ο «Θεολόγος» είχε 651 κατοίκους. Απ’ αυτούς θα πρέπει να αφαιρέσουμε 31, αφού τόσοι ήσαν οι κάτοικοι του «Γέροντα», ο οποίος τότε υπαγόταν στην Κοινότητα «Θεολόγου». Επομένως, το 1951 ο Θεολόγος είχε 620 άτομα, 40 περισσότερα απ’ ότι το 2001. 

 

[4] Στο «Θεολόγο» τοποθεσίες που έχουν παραπλήσιο όνομα μ’ αυτό της αρχαίας «Λάκη» υπάρχουν τέσσερις: Τα Λακάκια, η μεγάλη Λάκα, η Λάκα του Μάνου (τ’ Μάν’  η Λάκα)και η Ντελόκα (ή μήπως ντε Λόκα;).

 

[5] Το τοπωνύμιο «Καμάρα» πάρθηκε από την καμάρα, τη γέφυρα που υπήρχε από παλιά στο ποτάμι, που χωρίζει το χωριό από την εκκλησία.

 

[6] Ο Όσιος Χριστόδουλος είχε έρθει στην Εύβοια όταν αναγκάστηκε να φύγει από την Πάτμο, το νησί τής «Αποκάλυψης», όπου και είχε χτίσει Μονή στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Να προστεθεί, πως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης -και αγαπημένος μαθητής τού Χριστού- πήρε την προσωνυμία «Θεολόγος» από τα λόγια που αρχίζει το Ευαγγέλιό του: «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο λόγος…».

 

[7] Περισσότερα γι’ αυτό το θέμα στην περιοδική εφημερίδα των απανταχού Θεολογιτών το «Σήμαντρο» -που εκδίδαμε με τον αδερφό μου Γιώργο-, στα φύλλα 3, 4, και 32.

 

[8] Τούτες τις πληροφορίες τις παίρνουμε από την εργασία τής Ευαγγελίας Μπαλτά: «Ενδείξεις για την κίνηση πληθυσμού και εισοδήματος στην Εύβοια, στα τέλη τού 15ου και στις αρχές τού 16ου αιώνα»(Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών, τόμ. ΚΣΤ΄, σελ.291-352).

 

[9]Το Διρφέων δεν είναι τυπογραφικό λάθος, έτσι έλεγαν τότε το Δήμο Διρφύων.

 

[10] Μισό αιώνα αργότερα, ο «Θεολόγος» έμεινε μόνος του, αφού το 1947 ο Πούρνος έγινε ξεχωριστή κοινότητα και ο «Γέροντας», με το Β.Δ. της 6-10-1961, προσαρτήθηκε στην τότε Κοινότητα –και σήμερα Δήμο- Ερέτριας.  

 

[11] Θάμνεμα (από το θαμνεύω): το κόψιμο των αγκαθιών και των μικροθάμνων.

 

[12] Όσα γράμματα είναι μέσα σε παρένθεση προφέρονται λίγο, μέχρι και καθόλου.

 

[13] Το πλύμα το ονόμασαν έτσι, ίσως, γιατί τούτος ο «μέλανας ζωμός» προερχόταν, τις περισσότερες φορές, από τ’ αποφάγια και τις σάλτσες, που μάζευαν οι αγρότισσες όταν έπλεναν τα πιάτα.     

 

[14] Με το αρσενικό τής ίδιας λέξης –ο Σποριάς- ονομάτιζαν παλαιότερα, όπως προαναφέρθηκε , το μήνα Νοέμβριο.  

 

[15] Μία τάλια είχε δέκα ξάγια ή 120 οκάδες περίπου.

 

[16] Σπόρο,εκτόςαπότονένακόκκο, έλεγανκαιόλητηνποσότητατουκαρπού, πουυπήρχεμέσαστοτσουβάλι.

 

[17] Βουνό που χωρίζει την κεντρική από τη βόρια Εύβοια.

 

[18] Η ζβάρνα είχε σχήμα παραλληλόγραμμο και την κατασκεύαζαν από τρία χονδρά ξύλα (ενάμισι μέτρο περίπου το καθ’ ένα), βαλμένα παράλληλα και στεριωμένα με άλλα λεπτότερα (των ογδόντα πόντων περίπου), τοποθετημένα κάθετα.

 

[19] Καμτσί=το καμουτσί, τοκαμουτσίκι.

 

[20] Ξάλη, από το ξύνω.

 

[21] τακολλημέναχώματα, που σχημάτιζαν μια συμπαγή μάζα.

 

[22] Από το κολίγας.

 

[23] Το μεταλλικό εξάρτημα δηλαδή που μπαίνει μέσα στη γη κατά την ώρα του οργώματος.

 

[24] Τα σκουφάκια είναι ο φλοιό των σπόρων, που έχουν σκεπαστεί με το χώμα. 

  

 

[25] Χωριό που βρίσκεται στις βορινές πλαγιές της Δίρφης. 

 

[26] Χαμάδα λέμε τις ελιές που πέφτουν από τον αέρα, πριν το τίναγμα.

 

[27] κυκλική στέρνα που ρίχνουν μέσα τις ελιές.

 

[28] θήκες από χοντρό ύφασμα, είδος ταγαριού, που έβαζαν μέσα το λιώμα της ελιάς.

 

[29] είδος καύσιμης ύλης.

 

[30] Έτσι λένε το δρεπάνι στο Θεολόγο.

 

[31] Τρία τέσσερα λυμάρια, ανάλογα με το μέγεθος τους, χρειάζονταν για να κάνουν ένα δεμάτι.

 

[32] Μουτσούνα έλεγαν ένα συρμάτινο καλαθάκι, που το έβαζαν στη μουσούδα των ζώων, για να μην τρώνε τα στάχυα.  

 

[33] Καπιστράνα ήταν ένα κατασκεύασμα από δέρμα και αλυσίδα, που το στερέωναν στο κεφάλι του ζώου και την ένωναν με το καπίστρι.

 

[34] το σκοινί που δένεται στο κάτω μέρος της καπιστράνας, για να τραβούν το ζώο.

 

[35] έτσι λένε τον καρπό και το άχυρο μαζί την ώρα του αλωνίσματος.

 

[36] Το αντοένι είναι φτιαγμένο από ένα σκληρό σανίδι, σαράντα με πενήντα πόντους φάρδος και μήκος ένα μέτρο ή και λίγο μακρύτερα, που στην κάτω επιφάνια του είναι καρφωμένες λεπτές μεταλλικές λεπίδες, κοντά-κοντά και παράλληλα.

 

[37] Το τραβ(η)χτό στο μέσον έχει ένα μεγάλο γάντζο, ο οποίος  πιάνεται, γαντζώνεται από ένα χαλκά, που έχει το αντοένι στο μπροστινό του μέρος.

 

[38] Πιρούνες, συνήθως από μέταλλο.

 

[39] Τα άλογα (τα αρσενικά) και οι φοράδες (τα θηλυκά άλογα) -που τρέχουν πολύ- προέρχονται από τη  ένωση αλόγου και φοράδας. Ενώ, τα μουλάρια –που είναι πιο αργά, αλλά πιο σκληροτράχηλα και  ως γνωστό δεν αναπαράγονται- προέρχονται από τη διασταύρωση γαϊδάρου και φοράδας, όπως και αλόγου με γαϊδούρα. Τούτα, όμως, τα τελευταία –που τα λένε και γαϊδουρομούλαρα- είναι πιο μικρόσωμα.

 

[40] Εννοούσαν τα δροσερά νερά του Αγίου Στεφάνου της Στενής.

 

[41] δερμάτινα φλασκιά.

 

[42] Τα «Κλήματα» και η «Γνέτζα» είναι οι δύο βρύσες, που βρίσκονται στις παρυφές του χωριού και δρόσιζαν τους Θεολογίτες για δεκάδες χρόνια, πριν φέρουν το νερό στα σπίτια τους.  

 

[43]Ξανέμισμα λέγεται το λίκνισμα που γίνεται για να χωριστεί ο καρπός του σταριού, του κριθαριού, του βρωμαριού (βρώμη) κ.λπ. από το άχυρο.

 

[44] Καρπολό(γ)ι είναι ένα είδος μεγάλου ξύλινου πιρουνιού, αλλά με πιο πλατειά «δόντια» απ’ αυτά που έχουν οι μεταλλικές  πιρούνες.

 

[45] Σαν αυτά που φουρνίζουν τα ψωμιά, αλλά λίγο πιο στενόμακρα.

 

[46] Τα μισοτριμμένα στάχυα

 

[47] Μεγάλα κόσκινα, στρογγυλά και τετράγωνα.

 

[48] Είδος μεγάλων μπαούλων, που κατασκευάζονταν από σανίδες.

 

[49] Η αστοφιά είναι μικρό θαμνώδες και αγκαθωτό φυτό.

 

[50] παραπόταμος του Λήλαντα

 

[51] ένα επίμηκες ξύλινο κατασκεύασμα 50-60 πόντων, φαρδύ μπροστά και στρογγυλό στο άλλο άκρο, με το οποίο κοπάνιζαν και τα πολύ λερωμένα ρούχα, όταν έπλεναν.

 

[52] Το στέλεχος που είναι στερεωμένοι οι κόκκοι του καλαμποκιού

 

Ο ΤΡΥΓΟΣ

 

Ο τρύγος των σταφυλιών γίνεται το Σεπτέμβριο, γι αυτό και το μήνα αυτό παλαιότερα τον έλεγαν και τρυγητή. Πολλές φορές, όμως, το κόψιμο των σταφυλιών παρατείνεται και τον Οκτώβριο. Το: «θέρος, τρύγος, πόλεμος» της λαϊκής παροιμίας, όσον αφορά τον τρύγο, για τους Θεολογίτες δεν ισχύει. Αυτό ταιριάζει περισσότερο για τους αμπελιώτες τού «Ληλάντιου πεδίου», για τους αγρότες των Μεσογείων της Αττικής και όπου αλλού υπάρχουν πολλά αμπέλια και ο τρύγος κρατάει πολλές μέρες.

 

 Εκεί αν ο καιρός δεν βοηθήσει μπορεί να φέρει και οικονομική καταστροφή στους αμπελοκαλλιεργητές. Για μας, όμως, που τ’ αμπέλια ήσαν λίγα και ο τρύγος ασήμαντος, η δουλειά αυτή ήταν χαρά,  πανηγύρι θα έλεγα. Και εδώ, το έθιμο θέλει   

 

τους ανθρώπους του χωριού -τους γείτονες, τους φίλους, τους συγγενείς- αδερφωμένους, ν’ ανταλλάσσουν τα χέρια.

 

Τη μία μέρα στου ενός, την άλλη στου άλλου τ’ αμπέλι, όλοι μαζί, κι’ ας μην τραβούσε σε μάκρος αυτή η δουλεία.   Το ξεκίνημα γινόταν πρωί-πρωί. Φορτώνονταν όλα τα κοφίνια, οι κόφες και τα ταρπιά[1] -το ένα μέσα στο άλλο- σε ένα ζώο. Στα άλλα ανέβαιναν καβάλα και όδευαν προς τον «Κάμπο», στη «Φούσα» ή στον Αϊ-Λια, που υπήρχα  αμπέλια.

 

Τοποθετούσαν τις κόφες και τα ταρπιά στην άκρη του αμπελιού, έδεναν κάπου κοντά τις γίδες και τα μουλάρια, για να βοσκήσουν και στη συνέχεια μ’ ένα κοφίνι και ένα κοφτερό μαχαίρι έμπαιναν στ΄ αμπέλι και άρχιζαν τη συγκομιδή των μεστωμένων τσαμπιών.

 

          Πριν αρχίσουν οι  τρυγητές/τρυγητάδες,[2] έκαναν πρώτα το σταυρό τους και έλεγαν : «Αφιντ(ι)κά, άιντι, καλά μπιρκέτια, καλά κρασιά κι τ’ χρόν(ου) πιρσσότιρα». «Φχαρ(ι)στούμι πουλύ», απαντούσαν οι νοικοκυραίοι, «να είστι καλά κι γεια στα χέργια σας». Σε λίγο τα καλάθια γέμιζαν από μεγάλα δροσερά σταφύλια: ροδίτες, μαυριά, κουντούρες (σαββατιανά) και -αραιά και που- από κανένα αποστολιάτικο (ψιλή σταφίδα) και κανένα ροζακί.

 

Το κόψιμο των σταφυλιών γινόταν με κοφτερά μαχαίρια ή με κατσόνια[3]. Για το κλάδεμα των κλημάτων χρησιμοποιούσαν ένα ειδικό ψαλίδι, για τις λεπτές βέργες και για τις πιο χονδρές ένα ιδιότροπο κοφτερό, το κλαδευτήρι, όπως το ονόμαζαν, που έμοιαζε κάπως με διπλό «πέλεκυ». Το κλάδεμα πρόσεχαν –εκτός από τον Ιανουάριο- να γίνεται όταν το φεγγάρι ήταν «γεμάτο» (να μην ήταν «χασοφεγγιά»). «Γινάρη μήνα κλάδιυι, φιγγάρι μη γ-κοιτάζεις», λέγανε.

 

         Τα μικρά σταφύλια, τα «κουδούνια», όπως τα έλεγαν, -τις καμπανίτσες, όπως άκουσα γεωπόνο να τις αποκαλεί-  τα άφηναν να ωριμάσουν καλύτερα. Αυτά,  αργότερα, θα γίνονταν πετιμέζι, μουστοκούλουρα κ.λπ. Όταν τα καλάθια γέμιζαν τα άδειαζαν στις μεγάλες κόφες και στα ταρπιά που φορτώνονταν στα μουλάρια και γραμμή για το πατητήρι. Εκεί περίμεναν ένας ή δύο άντρες και άρχιζαν το πάτημα των σταφυλιών, για να βγει το γλεύκος, ο γλυκός μούστος.

 

Πολλές φορές κι εμείς τα παιδιά, εκείνης της εποχής, λαβαίναμε μέρος στο πάτημα των σταφυλιών, που μας φαινόταν παιχνίδι. Τα βαρέλια, πριν μπει ο μούστο μέσα τα είχαν πλύνει με ζεματιστό νερό. Μετά τους έβαζαν μέσα και ένα κομμάτι άσβεστο ασβέστη, με λίγο νερό, για να σκοτωθούν τα μικρόβια. Στο τελευταίο χέρι, μέσα στο ζεστό νερό πρόσθεταν και λίγες χλωρές φλούδες πεύκου και φύλλα μυρτιάς, για να πάρουν μια ευχάριστη μυρωδιά.

 

Λίγες μέρες, μετά το γέμισμα, τα βαρέλια σφραγίζονταν και άνοιγαν όταν ο μούστος θα είχε γίνει κρασί, στις αρχές του χειμώνα δηλαδή.  Αυτά ήσαν τα λεγόμενα γιοματάρια. Πολλοί, πριν το σφράγισμα, έβαζαν μέσα στο βαρέλι και μια ποσότητα (πευκο)ρετσίνας. Τα μικρά αμπέλια του χωριού, αλλά και τα πολλά χέρια συντελούσαν ώστε να τελειώνει γρήγορα το τρύγημα τού κάθε αμπελιού.

 

          Με το γύρισμα στο χωριό, τα περισσότερα σταφύλια είχαν κιόλας πατηθεί. Τα παιδιά –αν δεν υπήρχε- τρέχαμε να φέρουμε ασπρόχωμα, για να «χωριστεί» ο μούστος, που θα γινόταν μουσταλευριές και σουτζούκια. Για τη μουσταλευριά, έβραζαν το «χωρισμένο» μούστο και έβαζαν μέσα σιμιγδάλι ή αλεύρι. Μερικές γυναίκες έβαζαν μισό-μισό, γιατί –όπως έλεγαν-  το σιμιγδάλι είναι πιο τραγανό και πιο εμφανίσιμο, αλλά το αλεύρι πιο γλυκό.

 

Μετά το χύλωμα, έβαζαν τη μουσταλευριά σε ρηχά πιάτα και πάνω έριχναν χονδροκομμένα καρύδια, αμύγδαλα και λίγο κανέλλα.

 

  Εμείς τα παιδιά, όσο και να ζεματούσε, παίρναμε πρώτα με  το κουταλάκι γύρω-γύρω από τις άκρες, αλλά τη φυσάγαμε κιόλας να κρυώσει νωρίτερα, γιατί ....μας «έπεφταν» τα σάλια και δεν μπορούσαμε να περιμένουμε.

 

Σε χυλό μουσταλευριάς, πριν κρυώσει και στερεοποιηθεί, βουτούσαν και τα σουτζούκια, τα οποία γίνονταν ως εξής: Σε γερές κλωστές -μήκους μισού μέτρου ή και παραπάνω- περνούσαν με τη βελώνα, σε ένα με δύο πόντους απόσταση (τη μία από την άλλη) γουλιές από ξεφλουδισμένα αμύγδαλα ή καρύδια. Αυτά τα βουτούσαν μια φορά τη μέρα μέσα στο χυλό ζεστής μουσταλευριάς και μετά τα κρεμούσαν σε σκιά να στεγνώσουν. Αυτό γινόταν για αρκετές μέρες και κάθε μέρα με το νέο στρώμα τής μουσταλευριάς που έπαιρναν τα σουτζούκια χόντραιναν και από λίγο.

 

Όταν το πάχος τους έφτανε στο μέγεθος καρυδιού περίπου, τα σουτζούκια ήσαν έτοιμα. Τα άφηναν και άλλες μερικές μέρες απλωμένα να στεγνώσουν καλά και μετά στο ντουλάπι και… κλείδωμα, για να κερνάνε και κάνα επισκέπτη. Αλίμονο αν ξεχνιόταν το ντουλάπι ξεκλείδωτο, σε σπίτι που υπήρχαν  μικρά παιδιά και όχι μόνο.

 

*

 

 Άκουσα πως κάποτε μια κοπέλα, δεν υπάρχει σήμερα στη ζωή, που της είχαν πάει επισκέπτες στο σπίτι, σε κάποια στιγμή τους είπε : «Περιμένετε μισό λεπτό να σας φέρω από λίγο σουτζουκάκι, που έφτιαξα». Όλοι περίμεναν με λαχτάρα να γευτούν το ωραίο γλυκό. Όμως, όλοι απόρησαν, όταν -αντί για σουτζούκι- είδαν το κορίτσι να έρχεται, απ’ την κουζίνα, με δάκρυα στα μάτια!

 

Τι είχε συμβεί; Ο αδερφός τής κοπέλας, σε κατάλληλη ευκαιρία, είχε πάρει ο αθεόφοβος όλα τα σουτζούκια! Τα είχε κρύψει καλά -όπως αποκάλυψε αργότερα- έξω από το σπίτι, μέσα σ’ ένα σκίνο και από εκεί κάθε μέρα έπαιρνε κι έτρωγε από λίγο και έδινε και στους φίλους του από κανένα κομμάτι!...

 

*

 

 Τελειώνοντας να πούμε πάλι, πως ο τρύγος στο Θεολόγο ήταν μια γιορτή, ένα πανηγύρι και γινόταν με κέφι και χαρά. Μας άφηνε μια γλυκιά ανάμνηση και κάθε χρόνο περιμέναμε, με λαχτάρα, να ξανάρθουν αυτές οι μέρες.

 

          Να προστεθεί, πως μέχρι και το δεύτερο τρίτο του αιώνα που έφυγε -πριν ανακαλυφτούν τα γνωστά μηχανήματα-, το βαθύ σκάψιμο και το δισκάφισμα των αμπελιών γινόταν με τα χέρια. Ήταν, όντως, μια επώδυνη εργασία και χρειάζονταν γερά μπράτσα...

 

Αργότερα, την Άνοιξη όταν έβγαιναν τα πρώτα βλασταράκια, ακολουθούσαν τα τιαφίσματα, ραντίσματα (με γαλαζόπετρα), ξεφυλλίσματα, κορφολογήματα. κ.λπ. Το αμπέλι, όντως, ήθελε πολλή δουλειά, πολλά «νταντέματα», γι’ αυτό και έλεγαν πως: «Του αμπέλ(ι) είνι μπιλιάς», μπελάς δηλαδή.

 

Τα παιδιά εκείνης της εποχής, μόλις άρχιζαν να ροδίζουν οι πρώτες ρώγες –γύρω στα μέσα Ιουλίου- πήγαιναν στο αμπέλι και άρχιζαν το τσιμποράγισμα... «Τ’ς Αϊ-Μαρίνας σύκου κι τ’ Αϊ-Λια σταφύλ(ι)», λέγανε.  

 

Θ’ αναφέρω ακόμα και μερικές στροφές από ένα τραγούδι που το έλεγαν, πολλές φορές, κατά την ώρα που έκοβαν τα μεστωμένα τσαμπιά και αναφέρεται στον τρύγο:

 

                     «Μπαίνω μεσ’ στ’ αμπέ, μωρέ μπαίνω μεσ’στ’ αμπέ,

 

  μπαίνω μεσ’ στ’ αμπέλι σα νοικοκυρά, σα νοικοκυρά.

 

   Να κι ο νοικοκύρης που ‘ρχεται κοντά (δις).

 

   Έλα νοικοκύ, μωρ’ έλα νοικοκύ,

 

 έλα νοικοκύρη να τρυγήσουμε, να τρυγήσουμε.

 

  Έλα νοικοκύρη να τρυγήσουμε,

 

 κόκκινα σταφύλια να πατήσουμε,    

 

                        δώδεκα βαρέλια να γεμίσουμε!...».

 

Πριν κλείσω, να θυμίσω πως κάθε φορά που τέλειωνε ο κύκλος μιας δουλειάς και έμπαιναν οι σοδειές στις αποθήκες, επαναλαμβάνονταν οι ίδιες ευχές: «καλουφάγουτα κι τ’ χρόν(ου) πιρσσότιρα». Η απάντηση ήταν: «να είστι καλά, να χαίριστει τ΄ς φαμίλις σας» κι αν ήσαν  απ’ αυτούς που είχαν πάρει μέρος στη συγκομιδή και στη διεκπεραίωση των εργασιών, συμπλήρωναν: «κι γεια στα χέργια σας».

 

  Μέσα σε τούτες τις ευχές, πολλές φορές ακούγονταν και κάποιες άλλες.

 

 Αν υπήρχε στο σπίτι κοπέλα τις παντρειάς έλεγαν: «άιντι, κι ένα καλό πιδί για τ’ Βαγγιλίτσα». Ή αν υπήρχε στο σπίτι έγγειος, πρόσθεταν: «κι καλή λιυτιργιά στ’ Λινίτσα. Τ’ν είδα ιγώ προυχτές στ’ν ακκλησά, τουν έχ(ει) σίγουρο του γιο, η κοιλιά τ’ς είνι σουβλιρί...».

 

Αν, πάλι, κανένα από τα αγόρια ήταν ντυμένος το χακί έλεγαν: «Πως πάει του παλκάρ(ι) μας κουντεύει να ’πουλθεί; Άιντι, να έχιτι καλά διξίματα  κι γλήγουρα καλός πουλίτ(η)ς ». Τέτοιες και άλλες παρόμοιες ευχές έλεγαν και ζεσταίνονταν οι καρδιές των απλών ανθρώπων, στη μικρή κοινωνία που ζούσαν, και έρχονταν λίγο πιο κοντά...

 

* * *

 

       Σε διαγωνισμό που έγινε το καλοκαίρι του 2011 στην Πρέβεζα, στο πλαίσιο πολιτιστικής εκδήλωσης, τα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΠ’ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΕΥΒΟΙΑΣ συμπεριλήφθηκαν στα δέκα καλύτερα απ’ όλη την Ελλάδα.

 

*

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΑΣΟΥ ΜΑΓΚΟΥΤΑΣ

 

Λ  Α  Ο  Γ  Ρ  Α  Φ  Ι  Κ  Α

 

ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ «ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΕΥΒΟΙΑΣ

 

Μέρος Α΄

 

φωτογραφία του χωριού μας παρμένη από την «Καμάρα».

 

                              

 

 

IMG 20150318 184841

Με τη χάρη του Θεού πραγματοποιήσαμε το κατανυκτικό διήμερο στην Ενορία μας.

Την Τετάρτη τελέσαμε την προηγιασμένη Θ.Λ. και στη συνέχεια απολαύσαμε την πνευματική

τράπεζα επίκαιρης ομιλίας, από τον Σεβαστό γέροντα π. Δημήτριο Πιλάτη,

με θέμα το νόημα του Σταυρού.

Ο Σταυρός είναι σύμβολο ΑΓΑΠΗΣ και ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ ακόμα και στους εχθρούς,

ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑΣ - ΘΥΣΙΑΣ - ΝΙΚΗΣ ΔΙΑΒΟΛΟΥ - ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί

στην ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

 IMG 20150319 202548Την Πέμπτη υποδεχθήκαμε την Ιερά Εικόνα Αγίου Ιωάννη από τα Κατούνια. Με πολλή χαρά φιλοξενήσαμε τον Τίμιο Πρόδρομο, τελέσαμε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου, την Προηγιασμένη Θ.Λ. και μετά τα μεσάνυχτα γευτήκαμε νηστίσιμα κεράσματα, αρτους και φανουρόπιττες τα οποία πρόσφεραν οι πιστοί. Αρκετοί προσκυνητές έμειναν έως τις 7:00 π.μ. ξενυχτώντας τον Αϊ Γιάννη. 

IMG 20150319 202633

Ας είναι βοήθεια σε όλους μας η ευλογημένη παρουσία της Θαυματουργής

εικόνας του Τιμίου Προδρόμου.

Τον ευχαριστούμε ολόθερμα.

 

 

IMG 20150318 184906

Δευτέρα, 16 Μάρτιος 2015 09:02

Τα παιδία παίζει!(στο κατηχητικό)

IMG 20150307 115018Σε μια σκληρή μάχη για το ποια ομάδα θα φτιάξει πρώτη την ξυλοκατασκευή "Πύργος του Άϊφελ".

Η παρέα του Θανάση αποδεικνύεται ταχύτερη και σηκώνει το κύπελλο.

Στο κέντρο του τραπεζιού βλέπεται το έπαθλο το οποίο με κόπο συναρμολόγησαν

τα παιδιά και το πανηγύρίζουν πίνοντας ένα χαλαρωτικό τσάι.IMG 20150307 115125Οι μικρότεροι αγωνιστές προσπαθούν να ολοκληρώσουν ένα παζλ 48 τεμαχίων, έναντι άλλης ομάδας η οποία θα χα χάσει με διαφορά 2 κομματιών. Και στις 2 ομάδες αξίζουν συγχαρητήρια.IMG 20150307 115223Ο Θοδωρής μαθαίνει τεχνικές στα αγόρια,

που φαίνεται να έχουν πορωθεί από την ενασχόληση τους με το πινγκ-πονγκ.

Το σκόρ δεν καταγράφηκε λόγω διαφωνίας αρχηγών αλλά συνεχίζεται το επόμενο Σάββατο.

 

   Με αγάπη πολλή και πηγαία ευγνωμοσύνη,

Πέμπτη, 05 Μάρτιος 2015 08:55

ΣΕ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΑΝ;

Το λουλούδι 
για ν' ανθίσει, 
θέλει 
και τη λάσπη του.
Άρα, 
είναι μεγάλη σοφία 
να αντέχεις 
στη ζωή 
την όποια 
λάσπη - συκοφαντία.
Ευκαιρία για ανθοφορία.
(Καλά, όχι ότι είναι κι ανώδυνα ή εύκολα όλα αυτά...)
 
π. Ανδρέας Κονάνος
Έναρξη
Προηγούμενο
1
Σελίδα 1 από 45